Μια ζωή πίσω από τον πάγκο

Η Πορταριά του Πηλίου ανήκει σήμερα στο Δήμο Βόλου. Κάποτε, όμως,  ήταν από τα πρώτα τουριστικά θέρετρα της Ελλάδας. Το χωριό έσφυζε από ζωή. Είχε πολύ κόσμο και πολλά καταστήματα. Σχεδόν κάθε γειτονιά είχε και το δικό της παντοπωλείο.

Σήμερα,  στην Πορταριά λειτουργούν  δύο παντοπωλεία. Το παλαιότερο βρίσκεται κοντά στην πλατεία και είναι στο ίδιο σημείο από το 1965. Τότε, ο Βασίλης και η Όλγα Χρυσόμαλλου, νέοι και αρραβωνιασμένοι, αποφάσισαν να ανοίξουν το δικό τους παντοπωλείο.

 

«Μετά το 1965 ανοίξαμε το παντοπωλείο μαζί με τον σύζυγο μου, το Βασίλη. Η περιοχή είναι ίδια όπως τότε,  δεν έχουν αλλάξει πολλά. Ο δρόμος μπροστά από το παντοπωλείο δεν άλλαξε καθόλου», μας λέει η κ. Όλγα.

Αυτό που άλλαξε, όπως  μας λέει  η ίδια,  είναι τα σπίτια που άλλαξαν χέρια και οι άνθρωποι.  «Οι άνθρωποι μειώθηκαν. Άλλοι έφυγαν, άλλοι κατέβηκαν στον Βόλο και κάποιοι ξένοι ήρθαν κι έκαναν σπίτια».

 

 

 

 

Η κυρία Όλγα είναι πλέον μια χαρακτηριστική φιγούρα της Πορταριάς. Καθισμένη στην καρέκλα της, με την πόρτα ανοιχτή τα καλοκαίρια,  παρακολουθεί  τον κόσμο που πηγαινοέρχεται.  Κι όταν κάποιος περάσει το κατώφλι του  μικρού, παλιού παντοπωλείου,  σηκώνεται σαν  έφηβη για να τον εξυπηρετήσει.

«Καλώς τους» θα πει αμέσως.

Μία  Ήρεμη δύναμη η κ. Όλγα,  με ένα λαμπερό πρόσωπο και μια ματιά γεμάτη ζωντάνια.

 

Γέννημα θρέμμα Πορταρίτισσα. «Εδώ γεννήθηκα. Στο βουνό. Εκεί ήταν η κλινική», μας λέει χαριτολογώντας και συνεχίζει: « Εκεί με γέννησε η μητέρα μου. Τους κυνηγούσαν τότε οι Γερμανοί. Κάτω από μία οξιά με γέννησε, δίπλα στο ποτάμι».

 

 

 

 

Ο κόσμος τότε

«Μια χαρά ήταν ο κόσμος. Δούλευε στα κτήματα και στην οικοδομή. Είχε αρκετό κόσμο το χωριό. Σήμερα τα περισσότερα σπίτια είναι άδεια. Στην Αγία Κυριακή παραδείγματος χάρη έχει πια ελάχιστα σπίτια κατοικήσιμα». Η Πορταριά, θυμάται η κυρία Όλγα, ήταν πλούσιο χωριό. «Πάντα είχε το πρώτο κλειδί η Πορταριά», λέει χαρακτηριστικά.

Το ξενοδοχείο Θεοξένια δεν πρόλαβε να το γνωρίσει όπως ήταν στις καλές εποχές.  Το θυμάται καμένο. « Όταν ήμασταν μικρά, μπαίναμε μέσα και παίζαμε,  γιατί καθόμασταν εκεί κοντά», θυμάται η κ. Όλγα.

 

 

 

 

 

 

 

 

Η κυρία Όλγα και ο σύζυγός της, ο κύριος Βασίλης,  που δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή,  άνοιγαν το κατάστημα νωρίς το πρωί  και το έκλειναν αργά το βράδυ. Όταν ακόμη ζούσε ο κύριος Βασίλης,  τους έβλεπε κανείς  να φεύγουν από το παντοπωλείο γύρω στις 11 το βράδυ, ιδιαίτερα το καλοκαίρι, όταν η κίνηση ήταν μεγαλύτερη.

Σήμερα,  η κυρία Όλγα συνεχίζει την ίδια καθημερινή  διαδρομή, όμως φεύγει λίγο νωρίτερα.  Το κλείσιμο του  παντοπωλείου αναλαμβάνει πλέον ο γιός της,  ο Δημήτρης.

 

 


Τον χειμώνα το παντοπωλείο αποκτά ένα διαφορετικό  χρώμα. Στη μέση του μικρού καταστήματος δεσπόζει μία παλαιά ξυλόσομπα και η ατμόσφαιρα μοιάζει να έχει μείνει ανέγγιχτη στον χρόνο. Όπως παλιά.  

 

 

 

 

Και ήταν πάντα μόνο παντοπωλείο

 «Ήμασταν πάντα μόνο Παντοπωλείο. Όχι καφενείο. Δεν θέλαμε να μεθούν. Τότε εγώ ήμουν 23-24 ετών κοπέλα κι  ο Βασίλης δεν ήθελε να είμαστε παράλληλα και καφενείο».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένα μικρό παντοπωλείο που στέκει στο ίδιο σημείο από το 1965, κρατώντας ζωντανές όχι μόνο τις καθημερινές ανάγκες ενός χωριού, αλλά και τις μνήμες.

Και στη μέση όλων αυτών, η κυρία Όλγα. Μια γυναίκα που, εδώ και περισσότερες από έξι δεκαετίες, αποτελεί φιγούρα του χωριού.

Καθόλου σχόλια

    This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.