Βασίλης Χατζηπαναγής. “Η ζωή μου όλη”.

  | Φωτογραφίες: Γιώργος Γιακουμίδης |

Είναι Σεπτέμβριος του 2019.  Επιστρέφω στην Θεσσαλονίκη, από την Ρόδο, μετά την ομιλία μου στο Tedx Rhodes όπου ήμουν προσκεκλημένος ως ομιλητής. Στην αίθουσα αναμονής, βλέπω μια γνωστή φιγούρα.  Είναι ο Βασίλης Χατζηπαναγής. Πάντα χαμογελαστός.  «Έχω φίλους στην Ρόδο.  Έρχομαι κάθε καλοκαίρι» μου λέει.  Στην διαδρομή μέχρι το αεροπλάνο, διάφοροι τον σταματάνε και βγαίνουν φωτογραφίες μαζί του.  Ο Βάσια, δεν λέει όχι σε κανέναν.  Με το χαμόγελο πάντα ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του και την απλότητα που τον διακρίνει, ανταλλάσσει αστεία με όλους.

Επιστρέφοντας στην Θεσσαλονίκη, αναρωτιέμαι πόσες συνεντεύξεις είχα την τύχη να μου παραχωρήσει ο μεγαλύτερος κατά τεκμήριο Έλληνας ποδοσφαιριστής. Δύο τον Δεκέμβριο του 1999 μια τον Απρίλιο του 2011 και μια τον Απρίλιο του 2014. Έχοντας μια μακρινή συγγένεια με τον Βάσια, γνώριζα κάποια πράγματα για την ζωή του.  Όχι όμως όλα. Μαζεύοντας τις απομαγνητοφωνήσεις των συνεντεύξεων με τον Βασίλη Χατζηπαναγή, το Humanstories.gr σας συστήνει ξανά ένα θρύλο του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Τον άνθρωπο, που ενώ σύμφωνα με τα λεγόμενα του, το καλύτερο ταξίδι της ζωής του, ήταν αυτό από την Τασκένδη στη Θεσσαλονίκη, για πρώτη φορά, στις 22 Νοεμβρίου 1975, η χειρότερη απόφαση της ζωής του,  ήταν να φύγει από την  Σοβιετική Ένωση και την Παχτακόρ και να συνεχίσει την ποδοσφαιρική του καριέρα στην Ελλάδα και τον Ηρακλή.  Αυτή είναι το πρώτο κομμάτι της ζωής του «Νουρέγιεφ».

Όταν το 1971 ο προπονητής της Παχτακόρ πήρε τον Βασίλη Χατζηπαναγή σε ηλικία 17 χρόνων στην ανδρική ομάδα και τον έβαλε να αγωνίζεται στο πρωτάθλημα της Α’ Εθνικής της τότε Σοβιετικής Ένωσης κάτι ήξερε. Δεν ήξερε όμως ο Χατζηπαναγής ότι η επιλογή του να φύγει από την Τασκένδη και να έρθει στη Θεσσαλονίκη τον Νοέμβριο του 1975 θα του στοίχιζε για όλη του τη ζωή. Ο «Νουρέγιεφ» των ελληνικών γηπέδων, αγαπήθηκε από όλους τους Έλληνες φιλάθλους όσο κανένας άλλος ποδοσφαιριστής. Παρόλα  αυτά, η γεύση που του έμεινε από την ποδοσφαιρική του καριέρα είναι πικρή και αν ήταν στο χέρι του να γυρίσει τον χρόνο πίσω, δεν θα ερχόταν στην Ελλάδα για να παίξει ποδόσφαιρο. «Όταν ήρθα στην Ελλάδα, όλες οι πόρτες έκλεισαν για μένα.  Θα μπορούσα να έχω παίξει σε κάποια μεγάλη Ευρωπαϊκή ομάδα» λέει και συνεχίζει:  «Μετάνιωσα που έκανα καριέρα στην Ελλάδα. Την Ελλάδα την αγαπώ. Απλώς, έπρεπε να κάνω καριέρα στο εξωτερικό και να έρθω για να ζήσω στην Ελλάδα. Στην Τασκένδη, γιορτάζαμε όλες τις εθνικές γιορτές. Κάναµε παρελάσεις και µαθαίναµε την ιστορία. Την Ελλάδα, τη φανταζόµασταν όπως µας την περιέγραφαν οι δικοί µας, µε τους αρχαίους Έλληνες και τις κατακτήσεις τους. Το ταξίδι µέχρι την Ελλάδα το θυµάµαι πάρα πολύ καλά. Πήγαµε µε αεροπλάνο µέχρι τη Μόσχα και από εκεί µε τρένο για τη Θεσσαλονίκη. Η υποδοχή που µου επιφύλαξαν ήταν µοναδική. Μετά όµως απογοητεύτηκα. Τα γήπεδα ήταν ξερά, σε κακή κατάσταση. Στη Ρωσία, ακόµη και ως παιδί έπαιζα µπάλα µόνον σε χορτάρι. ∆εν µετάνιωσα όµως. Απλώς έχω µια πικρία που δεν έπαιξα στην εθνική οµάδα. Κάποιοι µου λένε ότι αν έπαιζα σε ομάδα της Αθήνας θα φορούσα την φανέλα της εθνικής. Ο πατέρας µου έλεγε ότι τα λάθη των γονέων παιδεύουν τα τέκνα».

 

 

Οι γονείς του Βάσια

Ο πατέρας και η μητέρα του Βάσια, δεν ήταν δυο τυχαίοι άνθρωποι. Ο πατέρας του ο Κυριακός, ήταν Κύπριος αριστερός από τη Μακράσυκα της Κύπρου και η μητέρα του η Χρύσα, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήρθε ως προσφυγοπούλα στην Ελλάδα. Ο πατέρας του, ζούσε στην Αγγλία και μαζί με έξι ακόμη οικογένειες, ήρθε στην Ελλάδα και πήρε μέρος στον εμφύλιο. Δεν γνωρίστηκαν όμως στο βουνό, αλλά στην Σοβιετική Ένωση, όπου έφτασαν το 1949 ως πολιτικοί πρόσφυγες. Παντρεύτηκαν και τις 26 Οκτωβρίου του 1954 έκαναν τον Βασίλη. «Ο πατέρας μου, ήταν µεγάλος πατριώτης. Αγαπούσε πολύ την Ελλάδα και την Κύπρο. Ήταν πραγματικός αγωνιστής για τα πιστεύω του. Γεννήθηκε µε ένα παντελόνι και πέθανε µε ένα παντελόνι και µια καπαρντίνα. Ήθελε να µε δει µε τη φανέλα της Εθνικής παρά το ότι ήταν πολιτικός πρόσφυγας. Μου έλεγε: “Θέλω πριν πεθάνω να δω ελεύθερη την Κύπρο” αλλά δεν τα κατάφερε. Μόλις πέθανε η µητέρα µου, ήθελε να µετακοµίσουµε στην Κύπρο και να ζήσουµε εκεί. Εγώ του είπα ότι έχω συνηθίσει στη Θεσσαλονίκη και ότι δεν ήθελα να αλλάξω και πάλι κατοικία. Εκείνος ήταν γραµµένος στην Ένωση Κυπρίων της Θεσσαλονίκης. Πήγαινε συνέχεια στα γραφεία και τους ήξερε όλους. Ήταν ο πρώτος που είδε το ταλέντο μου και πίστεψε σ’ εμένα. Ο ίδιος ήταν φανατικός φίλαθλος. Υποστήριζε την Τορπέντο Μόσχας. Θυμάμαι ότι με έπαιρνε από το χέρι και με πήγαινε στο γήπεδο από πέντε χρονών. Η μητέρα μου, γκρίνιαζε λιγάκι. Ήθελε να δίνω μεγαλύτερη βαρύτητα στα μαθήματά μου. Ο πατέρας μου όμως με βοηθούσε πολύ. “Άντε, ετοιμάσου. Σήμερα έχουμε αγώνα” μού έλεγε. Ποτέ δεν γκρίνιαξε, γιατί σπαταλούσα το χρόνο μου με την μπάλα. Με πίστευε πραγματικά και με στήριζε. Μόλις άρχιζα να παίζω στη Δυναμό Τασκένδης, έγινε ο φανατικότερος φίλαθλός της. Δεν έχανε παιχνίδι. Μαζί του έρχονταν και τρεις – τέσσερις γονείς άλλων φίλων μου. Φώναζαν περισσότερο από όλους τούς φιλάθλους. Δεν ανακατευόταν ποτέ στο πώς παίζω ή τι κάνω. Ήταν απλώς φίλαθλος. Χαιρόταν να με βλέπει να παίζω. Αντίθετα, η μητέρα μου δεν ήρθε ούτε μία φορά στο γήπεδο, όταν άρχιζα να παίζω στην Α’ Εθνική Κατηγορία. Εξάλλου, όλα τα παιχνίδια μας τα έδειχνε η τηλεόραση».

Ο πατέρας του Βασίλη, ο Κυριάκος, ήταν ο άνθρωπος που έζησε από κοντά την εξέλιξή του. Ήταν ο άνθρωπος που κλήθηκε από τον γενικό γραμματέα της δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν και του ζήτησε να αφήσει τον γιο του στη Σοβιετική Ένωση. «Όταν ήρθε η ώρα να φύγω, οι Ουζμπέκοι έκλαιγαν» θυμάται ο Βάσια. «Στο σπίτι μου είχαν έρθει χιλιάδες γράμματα από φιλάθλους που με παρακαλούσαν να μείνω στην ομάδα. Τότε, ο γενικός γραμματέας της Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν κάλεσε τον πατέρα μου και του είπε: “Φύγετε εσείς και αφήστε τον Βασίλη να μείνει. Ο κόσμος τον αγάπησε εδώ. Είναι σαν να φεύγει η μισή ομάδα». Ο πατέρας μου όμως ήθελε να γυρίσω στην Ελλάδα. Το ίδιο ήθελα και εγώ. Όλοι οι Έλληνες ζούσαμε με αυτό το όνειρο. Κάθε Πρωτοχρονιά, σηκώναμε το ποτήρι και λέγαμε: “Άντε και του χρόνου στην πατρίδα”. Τότε είχα τα μυαλά μου πάνω από το κεφάλι. Προκειμένου να γυρίσω στην πατρίδα, δεν σκέφτηκα την καριέρα μου.  Όταν έφυγα από την Παχτακόρ, είχα 96 παιχνίδια και 22 γκολ στην Α’ εθνική της Σοβιετικής Ένωσης”.

 

Η γειτονιά του Βασίλη

«Ξεκίνησα να παίζω ποδόσφαιρο στη γειτονιά μου»,  λέει ο Βάσια, αρχίζοντας να ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής του και συνεχίζει: «Μπορεί στην αρχή η ζωή μας στην Τασκένδη να ήταν λίγο φτωχική, αλλά δεν μας έλειπε τίποτα. Εξάλλου και στην Ελλάδα η ζωή δεν ήταν πιο εύκολη. Τότε στην Τασκένδη, ήμασταν 35.000 πολιτικοί πρόσφυγες. Εμένα η μόνη μου έγνοια ήταν να παίζω ποδόσφαιρο. Έπαιζα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Όλη μου η ζωή γύριζε γύρω από αυτό. Τότε, στη Σοβιετική Ένωση διοργανωνόταν το πρωτάθλημα της «δερμάτινης μπάλας». Οι γειτονιές έφτιαχναν ομάδες και έπαιζαν μεταξύ τους. Η ομάδα που έβγαινε πρωταθλήτρια Τασκένδης, έπαιζε με τις άλλες πρώτες ομάδες της Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν και στη συνέχεια η πρωταθλήτρια πήγαινε στη Μόσχα όπου έπαιζε στα τελικά της «δερμάτινης μπάλας». Με την ομάδα μου είχα φτάσει δύο φορές στα τελικά. Τη δεύτερη φορά μάλιστα, το ’68 στο Γερεβάλ, βγήκαμε δεύτεροι. Είχα αναδειχθεί καλύτερος παίκτης του πρωταθλήματος και με έστειλαν σε μια κατασκήνωση στον Καύκασο. Εκεί πήγαιναν οι άριστοι μαθητές από όλα τα σχολεία της Σοβιετικής Ένωσης. Εγώ πήγα γιατί ήμουν άριστος στην μπάλα. Έφτιαξα και εκεί ομάδα. Όπως ήταν φυσικό, βγήκαμε πρώτοι σε όλη την κατασκήνωση».

 

 

 

Ο πιο καλός ο μαθητής…

Ο Χατζηπαναγής ήταν «διάολος» στις ντρίμπλες, και… όχι μόνο. Στο σχολείο, ήταν μεγάλο πειραχτήρι. «Έκανα πολλές πλάκες, ειδικά στα μαθήματα των Ελληνικών. Πήγαινα σε ρώσικο Γυμνάσιο. Κάθε εβδομάδα κάναμε δύο ώρες Ελληνικά. Ιστορία και Γραμματική. Μέχρι επτά χρόνων μιλούσα άπταιστα ελληνικά, γιατί στο σπίτι δεν μιλούσαμε ποτέ ρώσικα. Μόλις πήγα σχολείο άρχισα να τα ξεχνώ. Ο Έλληνας δάσκαλος που είχαμε, έμπαινε κάθε μέρα στην τάξη, έχοντας κάτω από τη μασχάλη του τη βέργα για τους άτακτους μαθητές. Μόλις έμπαινε, όλη η τάξη σηκωνόταν και έλεγε “καλημέρα”. Εγώ είχα πάντα πινέζες μαζί μου. Μόλις σηκωνόταν ο διπλανός μου, του έβαζα πινέζες στην καρέκλα και μόλις καθόταν πηδούσε μέχρι το ταβάνι από τον πόνο. Την τιμωρία με τη βέργα την γλίτωνα, γιατί ήμουν γρήγορος και ξέφευγα από τον δάσκαλο».

Το αγαπημένο μάθημα του Βασίλη, ήταν η ιστορία, η γεωγραφία και φυσικά η γυμναστική. «Δεν ήμουν καλός στα Μαθηματικά. Φυσικά στη Γυμναστική είχα πέντε. Θυμάμαι ότι παίζαμε ένα παιχνίδι με το οποίο κατάφερνα να «τρελαίνω» τον γυμναστή μας. Ήταν μια ομάδα από δέκα για παράδειγμα παιδιά, που τα κυνηγούσε ένας. Μόλις ο ένας χτυπούσε κάποιον στην πλάτη, τον έπαιρνε μαζί του και κυνηγούσε τους υπόλοιπους εννιά. Έτσι έφταναν οι δέκα, να κυνηγάνε τον έναν. Έμενα πάντα τελευταίος και τους έβαζα να με κυνηγάνε για είκοσι τουλάχιστον λεπτά. Τους έκαναν προσποιήσεις, όπως και στις ντρίμπλες».

Φυσικά, η μαθητική ζωή του Χατζηπαναγή δεν θα μπορούσε να μην έχει σχέση με το ποδόσφαιρο. «Στο σχολείο που πήγαινα, βγαίναμε πάντα πρωταθλητές. Κάποια στιγμή αλλάξαμε σπίτι και έτσι, αναγκαστικά, άλλαξα και σχολείο. Το νέο μου σχολείο έχανε από το παλιό μου για επτά συνεχόμενα χρόνια. Μόλις πήγα εγώ, πήραμε το πρωτάθλημα. Ο γυμναστής με έπιανε και ζητούσε τη γνώμη μου για το πώς έπρεπε να παίξουμε».

Ο Βασίλης Χατζηπαναγής δεν ήταν μόνον Πρωταθλητής στο ποδόσφαιρο, αλλά και στο πινγκ πονγκ. «Είχα κερδίσει και ένα Πρωτάθληµα στο σχολείο» λέει και συνεχίζει: «∆εν ασχολήθηκα µε άλλο άθλημα. Ήμουν καλός στο πινγκ πονγκ. Έπαιζα και στην Ελλάδα, αλλά τώρα έχω να παίξω πολλά χρόνια».

 

| Ακολουθεί το δεύτερο μέρος της ζωής του Βασίλη Χατζηπαναγή |

Καθόλου σχόλια

    thirteen + 15 =

    Αποδέχομαι την Πολιτική Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων * for Click to select the duration you give consent until.

    Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

    Subscribe To Our Newsletter
    Subscribe to our email newsletter today to receive the latest news!
    No Thanks
    Με την εγγραφή σου συμφωνείς να λαμβάνεις τα νέα και τα ενδιαφέροντα θέματα του HumanStories και με την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων. Μπορείς να διαγραφείς από την λίστα οποιαδήποτε στιγμή.
    Don't miss out. Subscribe today.
    ×
    ×
    WordPress Popup Plugin
    Subscribe To Our Newsletter
    No Thanks
    Με την εγγραφή σου συμφωνείς με την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων.
    Don't miss out. Subscribe today.
    ×
    ×
    WordPress Popup Plugin