Τα βουνά των φαντασμάτων

Ήταν 9 Δεκεμβρίου 2019 όταν τηλεφώνησα τον Ιατροδικαστή του Πανεπιστημιακού νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης Παύλου Παυλίδη, για να τον ρωτήσω για δύο  πρόσφυγες που βρέθηκαν στην περιοχή του Σουφλίου, νεκροί από το κρύο.  «Έξι είναι Αντώνη δεν είναι δύο.  Δυο γυναίκες από την Σομαλία βρέθηκαν μαζί αγκαλιασμένες ανάμεσα σε κάτι θάμνους, στις Φέρες κοντά στο ποτάμι, δύο άνδρες σε κάποιο άλλο σημείο στην περιοχή του Σουφλίου και δύο ακόμη πάλι μαζί σε άλλο σημείο της περιοχής» μου απάντησε.

 

Ο Ιατροδικαστής του Πανεπιστημιακού νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης Παύλος Παυλίδης

 

Έναν περίπου μήνα μετά, βρισκόμουν στο γραφείο του προκειμένου να ξεκινήσω από εκεί την έρευνα και να ακολουθήσω  την διαδρομή που επιλέγουν αυτοί οι άνθρωποι, αφού περάσουν τον Έβρο ποταμό, μέχρι την Θεσσαλονίκη. Μια διαδρομή που στο κάθε βήμα της, κρύβει κινδύνους.  «Οι δύο κοπέλες ήταν αδελφές. Φορούσαν από τρία κολάν η κάθε μια και από τρεις μπλούζες και μπουφάν με σκοπό να προστατευθούν από το κρύο.  Ήταν όμως όλα βρεγμένα αφού είχαν περάσει μέσα από το ποτάμι. Αγκαλιάστηκαν προκειμένου να ζεσταθούν.  Έτσι τις βρήκανε πεθαμένες» μου διηγείται καθώς μου δείχνει τις φωτογραφίες στον υπολογιστή του.  «Ο αδελφός τους που κατοικεί από ότι θυμάμαι στην Αγγλία, ήρθε και τις αναγνώρισε» συνεχίζει ο γιατρός. Η μια κοπέλα ήταν πιο μικρή σε ηλικία και είχε πλεγμένα τα μαλλιά της ράτσα. Στα πόδια της, είχε τατουάζ από χένα.  Μια από τις μπλούζες που φορούσε, ήταν αυτή της Τσέλσι.  Ίσως δώρο που της έστειλε ο αδελφός της από την Αγγλία.  Ίσως εκείνος να πλήρωσε τους διακινητές που τις περάσανε από το ποτάμι.  «Όσοι είναι αργοί, οι διακινητές τους αφήνουν πίσω.  Δεν τους περιμένουν. Δεν ρισκάρουν να πιαστεί όλη η ομάδα και να χάσουν τα χρήματα από την μεταφορά» μου είχε πει ο Σάκης Καμηλάρης.  Ένας από τους ψαράδες στις καλύβες στο Δέλτα του Έβρου.  Ο ίδιος πριν από κάποια χρόνια, σε μια παρόμοια περίπτωση, είχε σώσει δύο αδελφές από την Αφρική, από σίγουρο θάνατο λόγω υποθερμίας.  Εκείνες ήταν τυχερές.  Τις είχε βρει λίγο πριν πέσει ο ήλιος στην άκρη του ποταμού μισοπεθαμένες, ενώ η θερμοκρασία εκείνες τις μέρες στο δέλτα ήταν κάτω από το μηδέν.  Τις έβαλε στην βάρκα του και τις διέσωσε.  «Η μια δεν μπορούσε να περπατήσει. Οι υπόλοιποι της ομάδας τις είχαν παρατήσει πίσω.  Όταν της έβγαλα τις παγωμένες κάλτσες της μέσα στην καλύβα, έφυγαν μαζί και τα νύχια από το πόδι.  Δείγμα ότι είχε κρυοπαγήματα» μου είχε περιγράψει σε μια από τις συναντήσεις μας.

 

 

Οι διακινητές οδηγούν τις ομάδες κάποιες φορές μέσα από το ποτάμι, από σημεία που η στάθμη είναι σχετικά χαμηλή έτσι ώστε να μπορούν να περάσουν περπατώντας.  «Το νερό έφτανε μέχρι τον λαιμό μας.  Είχαμε γίνει μούσκεμα, αλλά είχαμε το σακίδιο μας σε σακούλες και το κρατούσαμε ψηλά για να μην βραχούν όλα μας τα ρούχα» μου είχε πει ο Γουακάς από το Αφγανιστάν.  Εκείνος με την ομάδα του είχαν περάσει προετοιμασμένοι να περπατήσουν μέχρι την Κομοτηνή από το βουνό πάνω από το Σουφλί.  Οι διακινητές τους, τους είχαν οργανώσει σωστά.  Κατάφεραν να φτάσουν στην Κομοτηνή  βράδυ, όμως τους συνέλαβαν και τους επαναπροώθησαν την άλλη μέρα και πάλι στην Τουρκία. Τελικά κατάφερε να φτάσει στην Θεσσαλονίκη με την δεύτερη προσπάθεια.  Πληρώνοντας πιο πολλά χρήματα στους διακινητές, προκειμένου να τον μεταφέρουν μαζί με άλλους 80 περίπου πρόσφυγες μέσα σε ένα κοντέινερ.

 

Πολλοί από τους πρόσφυγες που περνάνε το ποτάμι έχουν συμφωνήσει να τους περιμένει το αυτοκίνητο του διακινητή από την άλλη πλευρά.  Δεν γνωρίζουν όμως ούτε που πάνε, ούτε το τι σημαίνει η άλλη πλευρά.  Ότι δηλαδή μπορεί να χρειαστεί να περπατήσει κάποιος για ώρες σκυμμένος κάτω από την πυκνή βλάστηση προκειμένου να φτάσει εκεί που είναι σταθμευμένο το αυτοκίνητο του διακινητή.  Κάποιες φορές, αυτό το αυτοκίνητο δεν έρχεται ποτέ.  Είτε επειδή ο διακινητής έχει συλληφθεί πιο πριν, είτε επειδή τα σχέδια αλλάζουν ανάλογα με τα μπλόκα της αστυνομίας κι έτσι οι πρόσφυγες θα πρέπει να περπατήσουν για ώρες ίσως και για μέρες μέχρι να συναντήσουν το αυτοκίνητο που θα τους πάει μέχρι την Θεσσαλονίκη ή μέχρι την Κομοτηνή ή την Ξάνθη.

 

Οι συμμορίες των βουνών

Λίγες ημέρες πριν φύγω για τον Έβρο, σε ένα σπίτι ενός φίλου πρόσφυγα, συνάντησα μια κοπέλα από το Ιράν.  «Είναι από τις περιοχές κοντά στο Τουρκμενιστάν.  Μιλάνε περσικά και τουρκικά» μου διευκρίνισε κάποιος από την παρέα.  «Αυτό με έσωσε πάνω στο βουνό» μου είπε η Σειντά.  Είχε φτάσει στην Θεσσαλονίκη μόλις την προηγούμενη ημέρα, δίχως να συλληφθεί και ήθελε να συνεχίζει το ταξίδι της πιο βόρεια, δίχως να δώσει τα δακτυλικά της αποτυπώματα στην Ελλάδα. «Είμασταν μια μεγάλη ομάδα αλλά χωριστήκαμε ανά τρεις.  Ήμουν εγώ με δύο φίλους μου όταν αρχίσαμε να ανεβαίνουμε το βουνό.  Συνολικά περπατήσαμε μια εβδομάδα.  Από το ποτάμι μέχρι την Κομοτηνή.  Είχαμε τα σακίδια μας σε σακούλες και ένας από την ομάδα κρατούσε το δικό  μου έξω από το νερό.  Από εκεί που περάσαμε, το νερό έφτανε μέχρι το στήθος μου.  Όταν περάσαμε φορέσαμε στεγνά ρούχα και ξεκινήσαμε να περπατάμε.  Κάναμε είκοσι χιλιόμετρα την μέρα.  Μετά σταματούσαμε και ξεκουραζόμασταν. Κρυβόμασταν από την αστυνομία. Σε κάποια στιγμή, ψηλά στο βουνό μας βρήκαν τρεις άντρες που φορούσαν ρούχα παραλλαγής.  Οι δύο μιλούσαν ελληνικά και ο τρίτος τουρκικά.  Μου φάνηκαν τεράστιοι.  Δε νομίζω να έχω δει πιο μεγαλόσωμους ανθρώπους.  Μπορεί να ήταν και ο φόβος μου που τους έβλεπα έτσι.  Έχω ακούσει πολλές ιστορίες για συμμορίες στα βουνά αυτά. Μας ρώτησαν πόσα χρήματα είχαμε μαζί μας.  Εγώ είχα 200 ευρώ στην μια τσέπη και 400 στην άλλη.  Τους μίλησα τουρκικά και τους έδωσα τα 200 ευρώ.  Αυτό μας έσωσε.  Δίχως να μας ψάξουν, πήραν τα χρήματα που τους είπαμε ότι έχουμε και μας άφησαν να φύγουμε.  «Δεν σας ψάχνουμε και δεν σας παίρνουμε τα κινητά επειδή μιλάτε τουρκικά» μου είπαν.  Μόλις φτάσαμε στο λεωφορείο στην Κομοτηνή, συναντήσαμε την ομάδα που ήταν μπροστά από εμάς.  Κι εκείνους τους είχαν σταματήσει στο βουνό και τους είχαν κλέψει. Τους είχαν πάρει και τα κινητά και τα χρήματα.  Εμείς την είχαμε γλυτώσει.  Επάνω στο βουνό, το κινητό είναι απαραίτητο προκειμένου να ακολουθείς το σήμα gps και να ξέρεις που βρίσκεσαι και που πρέπει να πας.  Που είναι τα σημεία που μπορείς να κρυφτείς το βράδυ.  Αυτοί οι τρεις που μας σταμάτησαν, μας έδωσαν και οδηγίες μάλιστα, από πού να πάμε για να αποφύγουμε το μπλόκο της αστυνομίας που βρίσκονταν μπροστά μας» μου διηγήθηκε με εύθυμο τόνο η 26χρονο Ιρανή. Είχε κάθε λόγο να είναι χαρούμενη.  Είχε καταφέρει να φτάσει στην Θεσσαλονίκη με μοναδική απώλεια τα 200 ευρώ.  «Το ξέρεις ότι ο Έβρος είναι ένα πολύ επικίνδυνο πέρασμα και ότι αρκετοί πρόσφυγες χάνουν την ζωή τους εκεί;» τη ρώτησα.  «Όχι εγώ.  Εγώ είμαι δυνατή» μου απάντησε.  Αναρωτήθηκα πόσοι από αυτούς που έχασαν στην ζωή τους στον Έβρο, πίστευαν το ίδιο με την Σειντά.

 

 

Εκείνη με την ομάδα της, έβγαλαν εισιτήριο από το ΚΤΕΛ της Κομοτηνής και έφτασαν εύκολα και με ασφάλεια στην Θεσσαλονίκη. «Έρχονται αρκετοί πρόσφυγες και ζητούν να αγοράσουν εισιτήρια για την Θεσσαλονίκη.  Αν δεν έχουν χαρτιά δεν τους κόβουμε. Αν πάλι έχουν, δεν  μπορούμε να καταλάβουμε αν είναι πλαστά ή όχι.  Τους κόβουμε εισιτήριο και αργότερα σε κάποιο από τα διόδια πιο κάτω, μπορεί να τους ανακαλύψει η αστυνομία» αυτά μου είπε η κοπέλα που μου έκανε καφέ στο ΚΤΕΛ Κομοτηνής όταν την ρώτησα τι γίνεται με τους πρόσφυγες και αν βλέπει πολλούς να περνούν από εκεί.

Η Σειντά, μάλλον είχε κάποια χαρτιά (αυτά τα κανονίζουν οι διακινητές από πριν, ή τους έχουν βγάλει ήδη τα εισιτήρια) και μπόρεσε να βγάλει εισιτήριο και στάθηκε τυχερή στον δρόμο μέχρι την Θεσσαλονίκη.  Μετά από εκείνο το βράδυ δεν την είδα ξανά ποτέ.  Είτε κατάφερε να φτάσει στον προορισμό της, είτε έχει κολλήσει κάπου στον Βαλκανικό διάδρομο.  Έχω γνωρίσει αρκετούς πρόσφυγες που το ταξίδι τους θυμίζει το μαρτύριο του Σίσυφου.  Φτάνουν μέχρι κάποιο σημείο, τους επαναπροωθούν στην Ελλάδα και πάλι το ίδιο, μέχρι να φτάσουν στην Βοσνία και να κολλήσουν εκεί κανονικά.

 

Ο δρόμος για το βουνό

Φεύγοντας από το γραφείο του ιατροδικαστή οδήγησα μέχρι το Σουφλί.  Στην διασταύρωση της Μάνδρας, είδα τους πρώτους πρόσφυγες.  Ήταν μια ομάδα τεσσάρων που είχε συλληφθεί από το αστυνομικό μπλόκο που υπάρχει πάνω στην εθνική οδό Αρδανίου-Ορεστιάδας.  Ήταν κουκουλωμένοι καλά και είχαν καθίσει πλάι στο κουβούκλιο του μπλόκου, περιμένοντας το βανάκι της αστυνομίας που θα τους περισυνέλεγε προκειμένου να τους πάει στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής και την επόμενη ημέρα στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης στο χωριό Φυλάκιο. Από την Μάνδρα, ο δρόμος ακολουθεί τα χωριά Αγριάνη, Πρωτοκκλήσι, Κυριακή και μικρό Δέρειο. Έξω από το μικρό Δέρειο, στην γέφυρα του ερυθροπόταμου, υπάρχει ένα σταυροδρόμι. Κάποιοι ακολουθούν την κοίτη του ποταμού μέχρι το μεγάλο Δέρειο και κάποιοι την άσφαλτο.  Σε όλη αυτή την διαδρομή, στα δεξιά και αριστερά του δρόμου, αν μπεις σε κάποιο παράδρομο, θα διακρίνεις ξεκάθαρα τα ίχνη των προσφύγων που πέρασαν από εκεί.  Κονσέρβες, παπούτσια, ρούχα, και σκεπάσματα πεταμένα.  Σε κάποια σημείο του δρόμου, σε παράδρομους στα δεξιά κυρίως, βλέπεις ντενεκεδάκια μπύρας, να είναι περασμένα σε κλαδιά, ή μαύρες σακούλες δεμένες σε κορμούς δέντρων.  Όλα αυτά αποτελούν σημάδια που δείχνουν τον δρόμο σε αυτούς που περπατούν με σκοπό να φτάσουν στην Κομοτηνή.  Πού και που μπορεί να διακρίνεις και κάποια μικρή ομάδα που περπατά παράλληλα με τον δρόμο.  Οι κάτοικοι των χωριών τριγύρω έχουν συνηθίσει το φαινόμενο.  Παρόλα αυτά, εκφράζουν τους φόβους τους για τους περαστικούς πρόσφυγες που γλιστράνε σαν σκιές μέσα από τα χωριά τους τις νύχτες, ή βγαίνουν μπροστά τους στον δρόμο καθώς πηγαίνουν ή φεύγουν από τα σπίτια τους.  Ο δρόμος από την Μάνδρα δεν είναι ο μοναδικός.  Άλλοι πρόσφυγες επιλέγουν τον δρόμο από την Δαδιά, τον δρόμο από τους Μεταξάδες, ή αμέσως πάνω από το Σουφλί, από το Σιδηρώ. Η επιλογή του δρόμου έχει να κάνει με τον διακινητή που θα επιλέξει ο καθένας, αφού ο κάθε διακινητής έχει τον δικό του δρόμο που ακολουθεί.  Οι διακινητές εκπαιδεύουν κάποιους πρόσφυγες τους οποίους χρησιμοποιούν ως οδηγούς.  Αυτοί πηγαίνουν την ομάδα μέχρι κάποιο σημείο και μετά επιστρέφουν στην Τουρκία προκειμένου να πάρουν νέα ομάδα και να την οδηγήσουν μέσα από τα περάσματα που γνωρίζουν μέχρι σε κάποιο σημείο είτε επάνω στο βουνό, είτε μέχρι την κοίτη του Έβρου.

 

Από τον Έβρο, πέρασαν στην Ευρώπη μέσα στο 2019,  14.891 πρόσφυγες.Αυτό δείχνει ότι η Ελλάδα αποτελεί την μεγαλύτερη πύλη εισόδου στην Ευρώπη

 

Ανεξέλεγκτη κατάσταση

Ο δήμαρχος Σουφλίου, Παναγιώτης Κακαλίκος, γνωρίζει πολύ καλά τις διαδρομές αυτές. Διετέλεσε άλλωστε διευθυντής ασφαλείας Αλεξανδρούπολης.  «Υπάρχει μεγάλος φόβος στα χωριά του ορεινού όγκου επάνω από το Σουφλί» μου είπε και συνέχισε:  «Ο κόσμος φοβάται να κυκλοφορήσει τα βράδια στο οδικό δίκτυο της περιοχής, λόγω της παρουσίας των μεταναστών.  Έχουν γίνει κλοπές, ενώ έχουμε σχεδόν καθημερινές καταστροφές στο δίκτυο υδροδότησης, επειδή οι μετανάστες προκειμένου να βρουν νερό, σπάζουν τους σωλήνες.  Παράλληλα, δημιουργούν ζημιές, επειδή θέλουν να φορτίσουν τα κινητά τους κι έτσι κόβουν καλώδια για να βρουν ρεύμα και προκαλούν ζημιές.  Οι ροές είναι ανεξέλεγκτες.  Η κατάσταση έχει φύγει από τον έλεγχο.  Και τώρα λόγω του χειμώνα η κατάσταση δεν είναι τόσο δραματική, όμως μόλις αρχίσει πάλι να φτιάχνει ο καιρός, θα έχουμε τα ίδια φαινόμενα».  Μας προκάλεσε να πάμε στο αστυνομικό τμήμα Σουφλίου για να δούμε τα δεκάδες αυτοκίνητα διακινητών που έχουν κατασχεθεί.  Τα περισσότερα έχουν βουλγάρικες και ρουμανικές πινακίδες.  Είναι από φορτηγά μέχρι βανάκια και τζιπ πολυτελείας.  «Κάποια είναι αυτοκίνητα διακινητών που πιάστηκαν με μετανάστες μέσα και κάποια είναι αυτοκίνητα που βρίσκει παρατημένα η αστυνομία μέσα στο βουνό.  Τα αφήνουν εκεί οι διακινητές, προκειμένου να τα πάρουν αυτοί που περνούν το ποτάμι και να συνεχίσουν τον δρόμο τους μέχρι την Κομοτηνή, την Ξάνθη, ή την Θεσσαλονίκη.  Πολλοί από τους οδηγούς αυτούς είναι ανήλικοι. Δίχως οδηγική εμπειρία, που πολλές φορές δημιουργούν δυστυχήματα βάζοντας σε κίνδυνο την ζωή και τον μεταναστών, αλλά και των πολιτών που κινούνται στο οδικό δίκτυο» επεσήμανε.

 

 

Ο φόβος των κατοίκων

Συνεχίσαμε μέχρι το χωριό Ρούσσα.  Οι κάτοικοι στο καφενείο του χωριού μας περιέγραψαν την κατάσταση και τους φόβους τους.  Μπαίνοντας στο χωριό υπήρχε ένα παλιό πετρόκτιστο σπίτι.  Πριν από κάποιο διάστημα είχε καεί από φωτιά που είχαν ανάψει πρόσφυγες προκειμένου να ζεσταθούν.  Στο μουσουλμανικό νεκροταφείο του χωριού, υπήρχαν ακόμη ρούχα και σκεπάσματα αφημένα από αυτούς που πέρασαν βρήκαν καταφύγιο για ένα βράδυ μέσα στο μικρό σπιτάκι του νεκροταφείου.  Ανάμεσα στο μικρό Δέρειο και την Ρούσσα, υπάρχουν κάποιες καλύβες κυνηγών που είχε κατασκευάσει ο δήμος Σουφλίου προκειμένου να τις νοικιάζει.  Εγκαταλελειμμένες πλέον φιλοξενούν κάποια βράδια περαστικούς πρόσφυγες.  Τα απομεινάρια των επισκέψεων τους είναι ορατά. Κονσέρβες, χαρτιά από το σοκολάτες, κάρβουνα από μικρές φωτιές που ανάβουν προκειμένου να ζεσταθούν.  «Αφήνουν πάντα τουλάχιστον δύο παράθυρα ανοικτά, προκειμένου να μπορούν να διαφύγουν σε περίπτωση που έρθει η αστυνομία» μας είπε ο δήμαρχος Σουφλίου. «Εμείς είμαστε Αλεβίτες.  Έχουμε συνηθίσει οι γυναίκες και τα παιδιά μας να κυκλοφορούν ελεύθερα στο χωρίο δίχως φόβο.  Και τώρα κυκλοφορούν ελεύθερα, αλλά έχουν τον φόβο.  Ειδικά το βράδυ, όταν πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι.  Πολλές φορές, αυτοί που περνούν, σταματούν και παίρνουν φρούτα και ότι άλλο έχει στους κήπους μας επειδή πεινάνε.  Αυτό δεν είναι πρόβλημα.  Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει φόβος, επειδή δε ξέρουμε ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι.  Μπορεί να είναι καλοί, αλλά μπορεί να είναι και κακοί» μου είπαν στο καφενείο του χωριού. Συνεχίζοντας μέχρι το Μεγάλο Δέρειο, ο δρόμος ήταν σχετικά εύκολος.  Από εκεί και μετά όμως το βουνό που ακολουθούσε μέχρι να ξεκινήσει η κάθοδος για τα χωριά της Κομοτηνής, ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο.  Πλάι στο σούπερ μάρκετ του Μεγάλου Δέρειου, υπάρχει ένα μικρό καφενείο.  Ο γιος το ιδιοκτήτη, όταν του είπαμε ότι θα ανέβουμε από το βουνό μέχρι την Κομοτηνή, μας ρώτησε αν έχουμε αλυσίδες ή χιονολάστιχα.  «Δεν ξέρω αν θα βρείτε πολύ χιόνι, αλλά πάγο θα βρείτε σίγουρα» μας είπε.  Μέχρι το Μεγάλο Δέρειο, πέρα από το αέρα και το κρύο δεν είχαμε συναντήσει χιόνι ή πάγο.  Τα δύσκολα όμως ξεκινούσαν από εκεί.  «Μπορεί να δείτε κόσμο να περπατάει στο δρόμο.  Εμείς βλέπουμε συνέχεια» μου είπε καθώς φεύγαμε.  Λίγο έξω από το Μεγάλο Δέρειο, τα σημάδια των ανθρώπων που περνούσαν από εκεί ήταν εμφανή.  Είχε ρούχα πεταμένα στις άκρες του δρόμου ενώ σε κάποια σημεία που το βουνό δημιουργούσε γούβες και απάνεμες γωνιές, υπήρχαν πεταμένα σκεπάσματα, υπνόσακοι, κονσέρβες και περιτυλίγματα μπισκότων. Σε όσες καλύβες συναντήσαμε πάνω στον δρόμο, είτε ήταν δασικές είτε στρατιωτικές, οι πόρτες ήταν παραβιασμένες και μέσα υπήρχαν οι αποδείξεις ότι αρκετός κόσμος διανυκτέρευε εκεί.  Ο δρόμος σιγά σιγά πάγωνε και έβλεπες ξεκάθαρα επάνω στην παγωμένη άσφαλτο πατημασιές ανθρώπων.  Ήταν παγωμένες πατημασιές από το προηγούμενο βράδυ.  Προσπαθήσαμε να βρούμε που οδηγούσαν αυτές οι πατημασιές, αλλά δεν τα καταφέραμε.  Για χιλιόμετρα βρίσκονταν μπροστά μας και μετά εξαφανίστηκαν. Είτε γιατί συνάντησαν το αυτοκίνητο κάποιου διακινητή είτε γιατί κρύφτηκαν κάπου στο δάσος προκειμένου να περιμένουν να πέσει το φως για να συνεχίσουν την πορεία τους το βράδυ. Κρύφτηκαν στο δάσος αυτό, που οι ίδιοι οι πρόσφυγες αποκαλούν Jungle.

 

 

Η Ζούγκλα

O Μαχμούτ κατάγεται από το Αφγανιστάν.  «Περπατούσα είκοσι μέρες, από τον Έβρο μέχρι την Θεσσαλονίκη» μας είπε.  Τον συναντήσαμε στην Μάμα Ρόζα.  Την Γερμανίδα νοσοκόμα που μαζί με την ομάδα της και το νοσοκομειακό που έχουν, παρέχουν πρώτες βοήθειες στους πρόσφυγες και μετανάστες που ζουν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, δίχως να έχουν καταφέρει ακόμη να καταγραφούν και για να πάρουν μια θέση σε κάποιον από τους καταυλισμούς.  «Περπατούσαμε από τις επτά το απόγευμα μέχρι τις δύο τα ξημερώματα» είπε ο Μαχμούτ και συνέχισε:  «τις πιο πολλές φορές προσπαθούσαμε να μην βρισκόμαστε στον κεντρικό δρόμο, όμως σε κάποια σημεία αυτή ήταν αδύνατο.  Δεν είχαμε κανέναν για να μας βοηθήσει.  Ακολουθούσαμε τον δρόμο και τα σημεία στο κινητό μας τηλέφωνο.  Είχαμε μαζί μας μπισκότα, κονσέρβες ψάρι, ψωμί και κέτσαπ.  Σε κάποια χωριά, κάποιος από την ομάδα κατέβαινε στα μαγαζιά και αγόραζε τρόφιμα.  Νερό βρίσκαμε επάνω στο βουνό.  Το κρύο ήταν φοβερό.  Φοβόμασταν να ανάψουμε φωτιά.  Όλοι μας έχουμε τραυματισμένα πόδια.  Ματώνανε αλλά έπρεπε να προχωρήσουμε.  Αν κάποιος έμενε πίσω, οι υπόλοιποι τον αφήνανε.  Δεν μπορούσες να μείνεις πίσω.  Τα βουνά αυτά είναι επικίνδυνα.  Σε κάποια σημεία είδαμε ανθρώπους να κοιμούνται μόνοι τους.  Δεν τους πλησιάσαμε.  Δεν ξέρω αν ήταν νεκροί ή ζωντανοί.  Ήταν σκεπασμένοι με  βρώμικα σκεπάσματα και δεν κουνιόνταν.  Φοβηθήκαμε μήπως είναι κάποια παγίδα επειδή πάνω στο βουνό γίνονται πολλά και έτσι δεν πλησιάσαμε.  Περάσαμε όσο πιο σιγά μπορούσαμε προκειμένου να μην κάνουμε θόρυβο και ξυπνήσουν».

 

 

Στις τάξεις των προσφύγων τα βουνά από τον Έβρο μέχρι την Θεσσαλονίκη, έχουν πάρει μυθικές διαστάσεις.  Στις μεταξύ τους συζητήσεις τα αποκαλούν the jungle  και λένε ότι έχει λύκους και επικίνδυνα ζώα που μπορεί να τους επιτεθούν.  Ως ένα σημείο δεν έχουν άδικο.  Ο ιατροδικαστής Αλεξανδρούπολης Παύλος Παυλίδης μου έχει πει ότι πολλές φορές βρίσκουν νεκρούς οι οποίοι μετά θάνατον έχουν δαγκωθεί από άγρια ζώα.  Το 2016 είχα βρεθεί βράδυ πλάι στον Έβρο.  Ακούγονταν ξεκάθαρα τα ουρλιαχτά από τα άγρια ζώα.  «Τσακάλια είναι μη φοβάσαι.  Δεν πλησιάζουν τον άνθρωπο.  Τον φοβούνται» μου είχαν πει οι ψαράδες που μας είχαν συνοδέψει μέχρι την κοίτη.  Τι γίνεται όμως με αυτούς που πέφτουν και που χάνουν τις αισθήσεις τους από το κρύο πλάι στο ποτάμι;

 

«Το παιχνίδι»

Οι πρόσφυγες, αποκαλούν «το παιχνίδι» κάθε πέρασμα συνόρων που επιχειρούν.  Το «παιχνίδι» του Έβρου όμως, κάθε άλλο παρά παιχνίδι είναι. Από το 2000  μέχρι σήμερα, στο ποτάμι του Έβρου και στην γύρω περιοχή, έχουν βρεθεί 434 νεκροί πρόσφυγες.  Ο ιατροδικαστής Αλεξανδρούπολης, εκτιμά ότι συνολικά 1500 άνθρωποι έχουν χάσει την ζωή τους όμως οι σοροί τους είτε βρίσκονται παγιδευμένοι στον πυθμένα του ποταμού είτε έχουν βρεθεί από την Τουρκική πλευρά από όπου και δεν δημοσιοποιούνται στοιχεία. Από τον Έβρο, πέρασαν στην Ευρώπη μέσα στο 2019,  14.891 πρόσφυγες (αυτό είναι το νούμερο των προσφύγων που καταγράφηκαν. Το πραγματικό νούμερο, των προσφύγων που πέρασαν δεν μπορεί να υπολογιστεί) Συνολικά στην Ελλάδα έφτασαν 74.482 ενώ συνολικά στην Ευρώπη 125.472.  Αυτό δείχνει ότι η Ελλάδα αποτελεί την μεγαλύτερη πύλη εισόδου στην Ευρώπη, αφού πάνω από το 50% των προσφύγων πέρασαν από εδώ. Τα νούμερα των υπολοίπων χωρών, είναι: 32.513 Ισπανία, 11.471 Ιταλία, 3.309 Μάλτα, 2.033 Βουλγαρία, 1.664 Κύπρος. Το σύνολο τους: 50.990

 

 

Η υποκρισία

Οι ροές από την Τουρκία προς την Ελλάδα συνεχίζονται κανονικά.  Σε κάποιες περιόδους αυξάνονται σε κάποιες άλλες μειώνονται ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και τις διαθέσεις της Τουρκίας, που είναι ξεκάθαρο ότι ελέγχει, άμεσα ή έμμεσα, τα δίκτυα των διακινητών.  Παρά τις αυξήσεις και τις μειώσεις των ροών, ο βαθμός επικινδυνότητας των δρόμων αυτών παραμένει υψηλός.  Ο πρόσφυγας σε κάθε βήμα του έχει να αντιμετωπίσει και κάποιον κίνδυνο, ενώ η Ευρώπη συνεχίζει να αντιμετωπίζει τις προσφυγικές ροές μόνον με ευχολόγια και υποκρισία.


Ένας Γάλλος φιλόσοφος έχει πει ότι η υποκρισία, είναι τα λύτρα που πρέπει να πληρώνει η κακία στην αρετή.  Όσον αφορά το προσφυγικό, τα λύτρα αυτά μετρούνται σε τόνους.

Καθόλου σχόλια

    * Checkbox GDPR is required

    *

    I agree

    3 × 4 =

    Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

    Subscribe To Our Newsletter
    Subscribe to our email newsletter today to receive the latest news!
    No Thanks
    Με την εγγραφή σου συμφωνείς να λαμβάνεις τα νέα και τα ενδιαφέροντα θέματα του HumanStories και με την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων. Μπορείς να διαγραφείς από την λίστα οποιαδήποτε στιγμή.
    Don't miss out. Subscribe today.
    ×
    ×
    WordPress Popup Plugin
    Subscribe To Our Newsletter
    No Thanks
    Με την εγγραφή σου συμφωνείς με την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων.
    Don't miss out. Subscribe today.
    ×
    ×
    WordPress Popup Plugin