Ο Πειρατής του Μαραθιού

Στο τέλος της σεζόν, συναντήσαμε στο Μαράθι τον Μιχάλη τον Κάβουρα.  Τον «Πειρατή», όπως τον αποκαλούν οι πελάτες του. Ο Μιχάλης είναι ένας από τους τρείς μόνιμους κατοίκους στο Μαράθι. Οι άλλοι δύο είναι τα αδέλφια του. Ο Δημήτρης και η Πόππη. Το Μαράθι είναι ένα νησάκι 335 στρεμμάτων. Αποτελεί κομμάτι του συμπλέγματος των Αρκιών και νησίδα των Δωδεκανήσων. Βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τον οικισμό των Αρκιών. Σε απόσταση μόλις 5 λεπτών με βάρκα.

Ο ουρανός γεμάτος σύννεφα, έτοιμος να βρέξει. Το ξύλινο καΐκι του Καπετάνιου μας, του Γιώργου, έδεσε στο μόλο, μπροστά στην ταβέρνα του Μιχάλη. Μας υποδέχτηκαν οι δύο τετράποδοι φίλοι του Μιχάλη.  Έτρεξαν αμέσως να μας καλωσορίσουν. Να καλωσορίσουν τους μοναδικούς επισκέπτες στο Μαράθι. Ίσως και τους τελευταίους για φέτος.

 

Αποβίβαση στο Μαράθι

 

Ήταν μεσημεράκι. Κανείς δεν ήταν στο ταβερνάκι του Πειρατή. Πήραμε  τη λεωφόρο του Αγίου Νικολάου, το μοναδικό δρόμο-καλντερίμι που οδηγεί στον παλαιό οικισμό. Ο οικισμός κτισμένος με πέτρα σε αντίθεση με τη σημερινή αρχιτεκτονική των νέων κτισμάτων. Μικρά σπιτάκια το ένα δίπλα στο άλλο. Με πέτρινα καλντερίμια και σκαλάκια. Δημιουργούσαν μια μικρή γειτονιά. Εκεί στην κορυφή ο ναός του Αγίου Νικολάου και στο πλάι του ένα αλώνι. Ο πετρόκτιστος οικισμός, σιγά σιγά εγκαταλείφθηκε. Μέχρι που την δεκαετία του 1970 ερημώθηκε εντελώς.  Το μόνο που έμεινε για να μας θυμίζει εκείνο τον καιρό, είναι τα ερείπια των σπιτιών  και το λευκό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου με τον μπλε τρούλο. Η θέα από αυτό το σημείο του νησιού, είναι εκπληκτική. Από εκεί, κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει το βλέμμα σου στο απέραντο γαλάζιο. «Ελάτε κάτω». Φώναξε ο Γιώργος, ο καπετάνιος και ξεναγός μας. «Ελάτε να δείτε ένα κτίσμα κάτω από τον πέτρινο οικισμό. Δεν ξέρω τι είναι. Μπορεί να μάζευαν και νερό εδώ». Λέει ο Γιώργος. Το κτίσμα είχε καμάρες και κάποια σημεία του ήταν κτισμένα με πλίθινα τούβλα. Ένα υλικό που δεν υπήρχε στο νησί και είναι πιθανό να το φέρανε από αλλού. Το κτίσμα είναι βυζαντινό 3.000 ετών σύμφωνα με την καταγραφή των αρχαιολόγων, γι’ αυτό δεν έχει καμία σχέση η κατασκευή του με τα πέτρινα σπίτια που βρίσκονται στο παλαιό χωριό του νησιού. Οι πρώτοι κάτοικοι που εγκαταστάθηκαν στο Μαράθι ζούσαν σε σχεδόν πρωτόγονες συνθήκες. Έμεναν στα μικρά σπιτάκια χωρίς καθόλου ανέσεις και διαθέτοντας μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Ασχολούνταν με το ψάρεμα, την καλλιέργεια φάβας και την εκτροφή κατσικιών. Με τον καιρό δεν άντεξαν κι σιγά σιγά εγκατέλειψαν το νησί αναζητώντας την τύχη τους είτε σε άλλα νησιά είτε στο εξωτερικό.

 

Η θέα από τον παλαιό οικισμό στο Μαράθι.

 

Αφήσαμε πίσω μας τον εγκαταλελειμμένο οικισμό και κατεβήκαμε στην μοναδική παραλία του νησιού για να συναντήσουμε τον Μιχάλη. Ο ήχος των κυμάτων ακουγόταν σε όλη τη διάρκεια της παραμονής μας στο Μαράθι. Αυτός ο γνώριμος ήχος που τάραζε την  απόλυτη ηρεμία του νησιού.

 

Ο Μιχάλης ο πειρατής.

Γιατί πειρατής; «Ο κόσμος με έβλεπε και με φώναζε ο πειρατής. Κάπως έτσι βγήκε το όνομα. Το ακολούθησα αναγκάστηκα. Λέγανε όλοι: «πάμε στον Πειρατή». Έτσι με μάθανε. Κανείς δε με φώναζε Μιχάλη Κάβουρα. Ήμουν και λιγάκι λωλός…και έδεσε» εξομολογείται.

Φέτος, ο Μιχάλης σκεφτόταν να μην ανοίξει την επιχείρηση του, λόγω της πανδημίας. Οι φίλοι του όμως τον έπεισαν και τελικά άνοιξε. «Η φετινή σεζόν στο Μαράθι  πήγε όπως παντού. Κάναμε το κοντρόλ μας. Το μαγαζί το δουλέψαμε μόνοι με την αδελφή μου. Τα έξοδα τα έβγαλα. Τέλος. Τα φιλαράκια μου ήρθανε, το χαρτζιλίκι μου το έβγαλα. Δε χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω…». Μας είπε ο Μιχάλης στο Humanstories.gr

O Μιχάλης έχει ζήσει ως τα δεκατρία του στο παλαιό χωριό στο Μαράθι. «Κάποτε είχε 60 άτομα ο οικισμός και στους Αρκιούς είχε 100. Θα γυρίσουν τα χρόνια και θα ξαναγεμίζει. Θα παρακαλάνε όταν πέσει η πείνα. Γιατί θα έρθει. Δεν το εύχομαι βέβαια. Εκεί γεννήθηκα. Στον παλαιό οικισμό. Κι έζησα μέχρι τα δεκατρία μου. Αν και περισσότερα χρόνια έζησα κάτω. Τότε δεν υπήρχε τουρισμός. Ο κόσμος ασχολούνταν με τα χωράφια και το ψάρεμα…». Θυμάται ο Μιχάλης και συνεχίζει: «Τα σπιτάκια πάνω ήταν μικρά και το ένα δίπλα στον άλλο. Προλάβαμε τον οικισμό. Κάθε μέρα πηγαίναμε στο δημοτικό σχολείο των Αρκιών από το Μαράθι οχτώ παιδιά. Όταν εγώ ήμουν μικρός. Παλαιότερα ήταν ακόμα περισσότερα τα παιδιά. Τότε έκαναν οι οικογένειες πολλά παιδιά. Όλα τα παιδιά δούλευαν στα χωράφια. Γι’ αυτό έκαναν πολλά παιδιά, κι όχι για να γίνουν γιατροί και δικηγόροι. Άλλες εποχές. Τότε οι άνθρωποι δεν ήθελαν πολλά. Θέλανε ένα πιάτο φαΐ, κι αν ήσουν τυχερός  θα έβγαζες και το δημοτικό. Αυτά. Ούτε άγχος, ούτε τίποτα. Τώρα τα έχουμε όλα και φοβάται ο ένας να μιλήσει με τον άλλο. Είμαστε δυστυχισμένοι. Τι μας πρόσφερε λοιπόν η τεχνολογία; Διαλύσαμε την Ελλάδα. Όλοι μας κάνουν ότι θέλουν. Δε φταίνε οι νέοι. Εμείς φταίμε. Επειδή στερηθήκαμε πολλά πράγματα. Και για να μη στερηθούν οι επόμενοι, να πως καταντήσαμε την Ελλάδα… Όλα τα χωράφια που βλέπετε τα σπέρναμε τότε φάβα». «Είχε όνομα η φάβα του Μαραθιού». Συμπληρώνει ο Γιώργος και συνεχίζει ο Μιχάλης: «Μάζευαν τη φάβα με τα χέρια, είχε και κριθάρι τότε. Τα κουβαλούσαν με τον ώμο. Δεν είχε τότε μηχανήματα».

 

 

Ο Παππάς στο νησί, έρχεται μια φορά το χρόνο στη γιορτή του Αγίου Νικολάου. Για να έρθει πληρώνουν οι τρείς μοναδικοί μόνιμοι κάτοικοι του νησιού. Το Μαράθι όπως και οι Αρκιοί δεν έχουν νεκροταφείο. «Είναι δική μας η εκκλησία, της οικογένειας μας. Εμείς καθαρίζουμε κι ανάβουμε τα καντήλια. Αγοράζουμε τα απαραίτητα για να υπάρχει στο νησί ανοιχτή για τον κόσμο.»

Ο Μιχάλης όταν έφυγε από τον παλαιό οικισμό στη ηλικία των δεκατριών, έφυγε κι από το Μαράθι. Πήγε στη Ρόδο για δουλειά. Και σιγά σιγά γύρισε όλη την Ελλάδα. Αλλά δεν ήταν ο μόνος. Εκείνη την εποχή φύγανε πολλά παιδιά που είχαν την ίδια ηλικία. «Από δεκατριών χρονών δουλεύω. Δεν υπήρχε τίποτα στο Μαράθι. Οι γονείς μείνανε πίσω. Εγώ δεν σπούδασα πουθενά. Πήγα στη Ρόδο. Δούλεψα. Έκανα τη ζωή μου. Διασκέδασα. Γύρισα την Ελλάδα κι επέστρεψα ξανά εδώ. Στο Μαράθι. Έκανα την επιχείρηση χωρίς να γνωρίζω γράμματα. Σπούδασα και παιδιά. Δεν έγινα εκατομμυριούχος. Ούτε γράμματα ήξερα αλλά ήξερα πώς να επιβιώσω στη ζωή. Τώρα που θα πάνε αυτά; Τι να κάνουν εδώ τα παιδιά; Έρχονται το καλοκαίρι. Τους αρέσει το Μαράθι. Αλλά έχουν τη ζωή τους μακριά. Και να τους ενδιαφέρει να επιστρέψουν, δεν είναι εύκολο εδώ…». Μας λέει ο Μιχάλης.

Μπροστά μας η μοναδική παραλία του νησιού.

 

Για περισσότερα από οκτακόσια χρόνια, η οικογένεια Κάβουρα ζούσε στο Μαράθι. Σήμερα αποτελούν τους τρεις μόνιμους κατοίκους του. Η Πόπη, η μικρότερη αδελφή της οικογένειας, ο Δημήτρης και ο Μιχάλης Κάβουρας. Τα τρία αδέλφια προτίμησαν να ζήσουν μόνιμα σε αυτό. Οι γονείς τους έζησαν και πέθαναν στο νησί. Το ίδιο κι ο προπάππος τους έως την ηλικία των 105 ετών.

 

Καθόλου σχόλια

    18 − 7 =

    Αποδέχομαι την Πολιτική Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων * for Click to select the duration you give consent until.

    Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

    Subscribe To Our Newsletter
    Subscribe to our email newsletter today to receive the latest news!
    No Thanks
    Με την εγγραφή σου συμφωνείς να λαμβάνεις τα νέα και τα ενδιαφέροντα θέματα του HumanStories και με την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων. Μπορείς να διαγραφείς από την λίστα οποιαδήποτε στιγμή.
    Don't miss out. Subscribe today.
    ×
    ×
    WordPress Popup Plugin
    Subscribe To Our Newsletter
    No Thanks
    Με την εγγραφή σου συμφωνείς με την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων.
    Don't miss out. Subscribe today.
    ×
    ×
    WordPress Popup Plugin