Ο φωτορεπόρτερ των πρωτοσέλιδων!

Κάποιοι φωτορεπόρτερ, παλεύουν χρόνια για να πετύχουν μια φωτογραφία, που θα γίνει πρωτοσέλιδη. Κάποιοι άλλοι είναι πιο τυχεροί και πιο ικανοί αφού καταφέρνουν να δουν αρκετές φορές τις φωτογραφίες τους στις πρώτες σελίδες εφημερίδων ή περιοδικών. Υπάρχει όμως κι ένας φωτορεπόρτερ, που ξεκίνησε να ασχολείται με το φωτορεπορτάζ επαγγελματικά, επειδή μια φωτογραφία του έγινε πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» του Ιωάννη Βελλίδη, τον Ιούνιο του 1978. Ο λόγος για τον Δημήτρη Μεσσήνη.

Πολυβραβευμένο φωτορεπόρτερ, με μεγάλες επιτυχίες στο ενεργητικό του και μεγάλη εμπειρία καλύπτοντας γεγονότα σε εμπόλεμες ζώνες στα Βαλκάνια, την Ασία, την μέση Ανατολή  και την Αφρική. Τον θυμάμαι συχνά να έρχεται από τα γραφεία των Νέων στην Αγίας Σοφίας 10 (πριν αυτά κλείσουν οριστικά τα Χριστούγεννα του 2014) προκειμένου να συναντήσει τον αείμνηστο Δημήτρη Γουσίδη και τους αδελφούς Γιακουμίδη. Φωτορεπόρτερ του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και του Associated Press ο Νίκος, με επιτυχίες και ο ίδιος και με δημοσιεύσεις στις μεγαλύτερες εφημερίδες του κόσμου. Είχε ενδιαφέρον να ακούω τις ιστορίες τους.

Την ιστορία όμως του Δημήτρη Μεσσήνη, για το πώς ξεκίνησε να ασχολείται με το φωτορεπορτάζ, την άκουσα από τον ίδιο όταν συναντηθήκαμε έξω από το Τελόγλειο ίδρυμα στο οποίο φιλοξενούνταν η πρώτη του ατομική  φωτογραφική έκθεση με τίτλο «ΠρόΣΩΠΑ».

Ήταν μεσημέρι και μαζί μας ήταν κι ο ένας από τους γιους του ο Φίλιππος.  Ο άλλος, ο μεγαλύτερος, ο Άρης εκείνο το διάστημα βρίσκονταν κάπου στην Μεσόγειο, φωτογραφίζοντας τα δουλεμπορικά σαπιοκάραβα που μεταφέρουν πρόσφυγες από την Αφρική, στην Ιταλία. Και οι δύο γιοί του τον ακολούθησαν στο φωτορεπορτάζ.  «Εγώ δεν τους είπα τίποτε. Εκείνοι το επέλεξαν», διευκρινίζει.

 

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

 

«Ζούσα στην Γαλλία, μέχρι το 1973 και δούλευα σε μια τράπεζα», ξεκινά την διήγηση ο Δημήτρης Μεσσήνης και συνεχίζει: «Κάποια στιγμή αποφάσισα να φύγω και να επιστρέψω στην Ελλάδα. Βρήκα δουλειά σαν διερμηνέας στο εργοστάσιο λιπασμάτων, το οποίο είχαν φτιάξει Γάλλοι. Ήμουν ήδη πέντε χρόνια εκεί. Έμενα στην Πιττακού, στον ίδιο όροφο με τον Κλεάνθη Γρίβα, ο οποίος ήταν μανιακός ερασιτέχνης φωτογράφος. Μου έλεγε τότε: «Εσύ ό, τι πιάνεις το κάνεις χρυσάφι. Ασχολήσου με την φωτογραφία». Αγόρασα λοιπόν μια μηχανή και άρχισα να ασχολούμαι κι εγώ σαν ερασιτέχνης. Μετά από έναν περίπου χρόνο που είχα ξεκινήσει να φωτογραφίζω, μια ημέρα, έτυχε να πάω στο εργοστάσιο με το αυτοκίνητο μου. Συνήθως πηγαίναμε με το λεωφορείο. Είχε μια παράξενη υγρασία εκείνη την ημέρα στην πόλη και πάνω από τις εξηντάμετρες καμινάδες, είχε καπνό ο οποίος δεν έφευγε με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα εντυπωσιακό μανιτάρι.

»Βγήκα από το αυτοκίνητο, έκανα μερικές φωτογραφίες και συνέχισα για την δουλειά μου. Το απόγευμα γύρισα σπίτι και εμφάνισα το φιλμ, στον σκοτεινό θάλαμο που είχαμε φτιάξει μέσα στην τουαλέτα. Δείχνω την φωτογραφία με τον καπνό στον Κλεάνθη και μου λέει: «Ρε σύ, γράφω ένα άρθρο στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» για την ρύπανση του περιβάλλοντος. Μου δίνεις την φωτογραφία αυτή;»  Του την έδωσα φυσικά.  Την άλλη μέρα το πρωί, πηγαίναμε με το λεωφορείο στην δουλειά. Στην Βασιλίσσης Όλγας σε μια στάση που έκανε το λεωφορείο, είδα έναν περιπτερά, που κρεμούσε εκείνη την ώρα τις εφημερίδες. Είδα λοιπόν στην πρώτη σελίδα της «Θεσσαλονίκης», την φωτογραφία μου, πρωτοσέλιδη, τετράστηλη ή πεντάστηλη, στο μεγάλο σχήμα τότε.  Τρελάθηκα.  Λέω: «Εγώ το έκανα αυτό;».  Τότε μου μπήκε το μικρόβιο και έτσι ξεκίνησα.

»Τότε είχα γνωρίσει τον Μιχάλη Παππού. Πηγαίναμε κι εμφανίζαμε εκεί. Έναν μήνα μετά τη φωτογραφία με τη ρύπανση, έγινε ο σεισμός της Θεσσαλονίκης.  Η πόλη είχε αδειάσει. Είχαν φύγει μέχρι κι οι φωτορεπόρτερ. Η οικογένεια μου έλειπε κι έτσι κάθε βράδυ, έπαιρνα την μηχανή μου και φωτογράφιζα. Έδινα τις φωτογραφίες στον Παππού και τις μοίραζε στον Τύπο μαζί με τις δικές του. Αυτό κράτησε περίπου έναν μήνα. Μου άρεσε όμως τόσο πολύ, που παράτησα τη δουλειά μου κι άρχισα να κολλάω τα πρώτα μου ένσημα ως φωτορεπόρτερ πλάι στον Παππού. Έμεινα κανένα τετράμηνο μαζί του και μετά άνοιξα το δικό μου γραφείο στην Μητροπόλεως.  Τότε οι φωτορεπόρτερ στην πόλη, ήταν ο Φουρκαλάς, ο Χρυσοχοΐδης, ο Παππούς, ο Κυριακίδης, ο Σακελάρης.  Θυμάμαι ότι τις πρώτες μέρες του σεισμού, ήμασταν μόνοι μας στην πόλη. Κοιμόμουν με σλίπιγκ μπακ στην πλατεία Ναυαρίνου και το πρωί πήγαινα στην δουλειά. Η Θεσσαλονίκη ήταν πόλη φάντασμα. Η Ελευθεροτυπία είχε γραφεία στην Τσιμισκή. Απέναντι από το γραφείο του Παππού. Θυμάμαι τον Καΐση, που έβγαζε το στερεοφωνικό και τα ηχεία έξω από το παράθυρο κι έπαιζε Βάγκνερ. Έτσι μπήκα στον χώρο του φώτορεπορτάζ και μετά από τέσσερα χρόνια, κάποιοι άνθρωποι με αναγκάσανε να φύγω από την πόλη».

 

Η ΦΥΓΗ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

 

«Ουδέν κακό αμιγές καλού», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες κι η ιστορία του Δημήτρη Μεσσήνη αποδεικνύει του λόγου το αληθές. «Ήταν το 1981 πριν τις εκλογές που κέρδισε ο Παπανδρέου», θυμάται και συνεχίζει: «Τότε ανακοινώθηκε ότι βγαίνει μια καινούργια εφημερίδα στην πόλη και μάλιστα έγιναν μεταγραφές από το συγκρότημα Βελλίδη. Τότε, μας φωνάζει εμάς τους φωτορεπόρτερ, ένας διευθυντής από εφημερίδα του συγκροτήματος Βελλίδη και μας λέει: «Θα δίνετε φωτογραφίες μόνον σε εμάς. Πρέπει να επιλέξετε. Θα είστε με εμάς ή με αυτούς». Εγώ ήμουν συνηθισμένος από το εξωτερικό κι αντέδρασα. Του λέω: «Δεν είμαι υπάλληλος σας.  Κάντε με υπάλληλο και θα δουλεύω μόνον για εσάς. Εγώ πληρώνω φως, νερό, τηλέφωνο, ενοίκιο, το ταμείο μου, δε θα μου πείτε εσείς με ποιόν θα δουλέψω.  Μακάρι να ανοίξουν δέκα εφημερίδες για να δουλεύουμε όλοι».  Η απάντηση ήταν: «Κάνε ότι θέλεις». Από τότε, εγώ έστελνα στην νέα εφημερίδα, την «Εγνατία» αλλά έστελνα και στον οργανισμό Βελλίδη. Σφράγιζα μάλιστα με μεγάλη σφραγίδα τις φωτογραφίες μου και τον φάκελο, για να μην υπάρξει παρεξήγηση. Έτσι όπως πήγαινε ο φάκελος μου στον οργανισμό Βελλίδη, έτσι πετάγονταν στο καλάθι των αχρήστων. Πούλιτζερ να είχε μέσα, θα το πετούσαν.

»Η «Εγνατία» έκλεισε μετά από οκτώ μήνες και πλέον έμεινα μόνον με τον «Ελληνικό Βορρά», που έβαζε ούτως ή άλλως λίγες φωτογραφίες. Έφτασα το 1983 να μην έχω χρήματα για να ταΐσω τον γιό μου. Υπήρχε ένας συνάδελφος, από το «Έθνος» ο Βουτσαράς ο Αλέκος που έκανε τότε αθλητικά. Όποτε ερχόταν ομάδες του ΠΟΚ στη Θεσσαλονίκη, μου ζητούσε να τις φωτογραφίζω. Τραβούσα δέκα λεπτά αγώνα και έτρεχα στο αεροδρόμιο για να δώσω το φιλμ. Έτσι κατάφερνα να συντηρούμαι οριακά. Στις 15 Μαρτίου του 1983 ο Βουτσαράς μου τηλεφώνησε. Είχε φύγει ένας φωτογράφος από το Έθνος και με ρώτησε αν ήθελα να πάω εγώ στην θέση του.  «και στο Τιμπουκτού πάω τώρα, έτσι όπως είμαι», του είπα. «Έλα για δοκιμαστικό αύριο», μου απάντησε.  Πήρα μια τσάντα, με ένα πουκάμισο εσώρουχα και κάλτσες, πέταξα μέσα δύο μηχανές και με τον καρβουνιάρη, κατέβηκα στην Αθήνα.

»Έκλεισα ένα δωμάτιο σε ξενοδοχείο στην Ομόνοια.  Άφησα τα ρούχα μου και ξεκίνησα με τα πόδια για τον Έθνος, που ήταν στην Μιχαλακοπούλου. Φτάνω εκεί και μου αναθέτουν τέσσερα ή πέντε θέματα.  Τελειώνω, παραδίνω τα σλάιτς και το βράδυ πηγαίνουμε για να φάμε. «Αύριο το πρωί στις 10 να είσαι στο Εθνος. Τελειώνει η σύσκεψη και θέλει να σε δει ο Φιλιππόπουλος», μου είπε ο Βουτσαράς.  Εγώ πήγα νωρίτερα. Είχα καλύψει θυμάμαι μια πορεία τραβεστί, το ντέρμπι Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός και κάποια άλλα θέματα. Τα μελανωμένα φύλλα της εφημερίδας ήταν ήδη εκεί. Παίρνω την εφημερίδα και βλέπω ότι η πρώτη σελίδα ήταν δική μου. Το σαλόνι ήταν δικό μου κι όταν κλείνω την εφημερίδα, βλέπω ότι και η τελευταία σελίδα ήταν δική μου. Ήταν μια ολοσέλιδη φωτογραφία του Σαργκάνη, από την Λεωφόρο. Μένω σιωπηλός. Όταν δεν έχεις δουλειά, δεν μπορείς να κάνεις πολλά. Στο μυαλό μου πάντως, είχα και ένα ποσό που θα ζητούσα αν με προσελάμβαναν. Ένα ποσό που θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες μου.  Τελειώνει η σύσκεψη και μπαίνω μέσα με τον Βουτσαρά. «Που ήσουν εσύ κρυμμένος;», με ρωτάει ο Φιλιππόπουλος. «Στη Θεσσαλονίκη», του απαντάω: «Θα δουλέψεις μαζί μας;», συνεχίζει. «Θα είναι χαρά μου», προσθέτω και περιμένω να δω τι μισθό θα μου δώσει. Μου έδωσε τα διπλά από όσα είχα στο μυαλό μου. «Αύριο το πρωί στις 9 να είσαι στην σύσκεψη», μου λέει. «Δεν μπορώ», του απαντάω. Σάστισε ο Φιλιππόπουλος. «Καλά ήρθες να ζητήσεις δουλειά και μου λες ότι δεν μπορείς;», δυσανασχετεί. «Να πάω να φέρω τα ρούχα μου από την Θεσσαλονίκη» του απαντώ και βάλαμε τα γέλια. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία».

 

ΤΟ «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» ΣΤΟΝ ΔΙΩΚΤΗ ΤΟΥ

 

Η φυγή του Δημήτρη Μεσσήνη από την Θεσσαλονίκη τού άνοιξε νέους ορίζοντες. «Ήταν το 1992 ή το 1993, όταν πλέον δούλευα για το Γαλλικό πρακτορείο. Τα γραφεία μας ήταν στη Βουκουρεστίου και στη Βαλαωρίτου ήταν το υπουργείου Τύπου. Γενικός Γραμματέας Τύπου, ήταν αυτός που με είχε διώξει από τη Θεσσαλονίκη. Ένα μεσημέρι τυχαία τον συναντάω στον δρόμο. Ήταν μαζί με τον Δημήτρη Γουσίδη. Με βλέπει από μακριά, ανοίγει την αγκαλιά του και μου λέει: «Που είσαι ρε Μητσάρα, που χάθηκες;». Αφού τον στόλισα με λίγα γαλλικά, τον ευχαρίστησα γιατί με οδήγησε στο να φύγω από τη Θεσσαλονίκη γιατί αν δεν ήταν αυτός, δε θα περνούσα στα διεθνή και δε θα έκανα την καριέρα που έχω κάνει».

 

Η ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΣΤΟ ASSOCIATED PRESS

 

Ο Δημήτρης Μεσσήνης, διετέλεσε Senior Photo Editor του Associated Press για την Ευρώπη, Μέση Ανατολή κι Αφρική από το 2004 έως το 2006. «Δε μου άρεσε το μάνατζμεντ γι αυτό έφυγα από το Λονδίνο και επέστρεψα στην Αθήνα», λέει.  Πως έγινε όμως η μεταγραφή από το Γαλλικό πρακτορείο στο Associated Press; «Το 1996 στον πόλεμο στη Βοσνία κι ειδικά τον Μάρτιο εκείνης της χρονιάς, στην τελευταία φάση του πολέμου, είχα πάει πολύ καλά.  Εγώ ήμουν μόνος μου στο Σεράγεβο και το Associated Press είχε τρεις φωτορεπόρτερ.  Θυμάμαι ότι όταν τελείωσε κι η ανταλλαγή πληθυσμών κι ετοιμαζόμασταν για να φύγουμε, κάναμε το καθιερωμένο πάρτι πριν φύγουμε όλοι και οι τρεις φωτορεπόρτερ του Associated Press μαλώνανε, ποιος θα απαντήσει στο μέιλ που τους είχαν στείλει από την Νέα Υόρκη ρωτώντας τους γιατί δεν κατάφεραν να κάνουν ούτε μια δημοσίευση. Μερικούς μήνες μετά, όταν κάλυπτα τους Ολυμπιακούς αγώνες της Ατλάντα, δέχθηκα μια κλήση από τον Μάικλ Φέλντμαν. Υπεύθυνο του Associated Press για την Ευρώπη, την Αφρική την Ασία και την Μέση Ανατολή. Ήταν να συναντηθούμε την ημέρα που έσκασε η βόμβα στο Ολυμπιακό χωριό, αλλά τελικά δεν τα καταφέραμε. Στα μέσα Σεπτεμβρίου, μου τηλεφωνεί ο διευθυντής του Associated Press στην Αθήνα και μου λέει ότι με θέλουν στο Λονδίνο. Μου κλείνουν ξενοδοχείο κι εισιτήρια και πηγαίνω στο Λονδίνο. Είχα ραντεβού με το μεγάλο αφεντικό. Στην ίδια αίθουσα ήταν κι ένας βετεράνος φωτορεπόρτερ με 2 βραβεία Πούλιτζερ (το ένα από τον πόλεμο του Βιετνάμ), o Χορστ Φάας. Μου λέει το μεγάλο αφεντικό, «που είναι το μπουκ σου;».  Του απάντησα ότι δεν έχω φέρει μαζί μου. «Έρχεσαι να ζητήσεις δουλειά και δεν έχεις φέρει το μπουκ σου;» συνεχίζει.  «Εσείς με καλέσατε. Δε ζήτησα εγώ δουλειά. Για να με φέρατε εδώ, προφανώς γνωρίζετε τη δουλειά μου», απάντησα κι ο Χορστ έβαλε τα γέλια. «Βρήκες τον δάσκαλο σου», του είπε. Έτσι ξεκίνησα στο Associated Press.  Το 2004 αντικατέστησα στο Λονδίνο τον άνθρωπο που με προσέλαβε».

 

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΙ Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΥΕΜΕΝΗ

 

Κανένας φωτορεπόρτερ, δεν μπορεί να ξεχωρίσει μια από τις φωτογραφίες του ως καλύτερη από τις άλλες. Αυτό το γνωρίζω καλά, όμως παρόλα αυτά, δεν απέφυγα την κλισέ ερώτηση. «Έχω πολλές φωτογραφίες που ξεχωρίζω, όμως δεν μπορώ να σου πω μια μονάχα. Μπορώ όμως να σου πω για μια παγκόσμια αποκλειστικότητα», απάντησε ο Δημήτρης Μεσσήνης και ξεκίνησε την διήγηση: «Τον Οκτώβριο του 2000 ήμουν πολύ κουρασμένος από τον πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία. Είχα παρακαλέσει τον Φέλντμαν να μην με στείλει στην Ολυμπιάδα του Σίδνεϋ, προκειμένου να ξεκουραστώ και του υποσχέθηκα ότι θα καλύψω το Ασιατικό Κύπελλο Ποδοσφαίρου που γινόταν στον Λίβανο. Ξεκινούσε τον Οκτώβριο και εμένα μου αρέσει πολύ ο Λίβανος.  Η Ολυμπιάδα για τους φωτορεπόρτερ είναι χαμαλίκι. Το Ασιατικό κύπελλο δεν έχει απαιτήσεις. Πηγαίνω λοιπόν στον Λίβανο και το πρώτο παιχνίδι γινότανε στην Τύρο. Ήταν ανάμεσα στην ομάδα του Λιβάνου και την ομάδα του Ιράκ. Το κάλυπτα μόνος μου. Στο ημίχρονο μπαίνω στο κέντρο Τύπου για να στείλω τις πρώτες φωτογραφίες. Είναι πέντε το απόγευμα και βλέπω το τηλέφωνο μου να χτυπάει. Ήταν ο Φέλντμαν.  Μου λέει: «Πότε μπορείς να φύγεις για το Άντεν στην Υεμένη; Είσαι ο μόνος δικός μας με δορυφορικό τηλέφωνο στην περιοχή».

»Τον ρώτησα πότε θέλει εκείνος να φύγω κι η απάντηση του ήταν «Χθες».  Εκείνη την στιγμή δεν ήξερα τι είχε γίνει. Ήταν η βομβιστική επίθεση της Αλ Κάιντα στο αντιτορπιλικό USS Cole του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, με 17 νεκρούς Αμερικάνους ναύτες. Το πρώτο αεροπλάνο για το Άντεν, από τον Λίβανο, ήταν σε τρείς μέρες.  Στο δρόμο από την Τύρο στην Βηρυτό, πήρα τηλέφωνο σε έναν Λιβανέζο παραγωγό που είχαμε στην τηλεόραση και που ήταν μέσα στα πράγματα. Του ζήτησα να βρει τρόπο να πάμε στο Άντεν. Μου τηλεφώνησε μετά από είκοσι λεπτά. Μου είπε ότι ένα λιαρ τζετ θα έρθει να μας πάρει από την Βηρυτό  στις 9.30 για να μας πάει στο Άντεν στις 10.30. Ανήκε σε ένα Σαουδάραβα εκδότη. Τον ρωτάω την τιμή και μου λέει 50 χιλιάδες δολάρια. Πήρα τηλέφωνο στο Λονδίνο. Μιλάω στον Φέλντμαν κι η απάντηση του ήταν «go ahead». Ούτε πως, ούτε τι. Τώρα για να πάρεις ένα ταξί για να πας στο Σούνιο, πρέπει να πάρεις έγκριση από το Λονδίνο και μέχρι να έρθει η έγκριση, έχεις χάσει το θέμα. Πήραμε μαζί μας το συνεργείο του CNN που ήταν τότε πελάτες μας και μια κοπέλα του BBC που ήρθε από Ιορδανία. Ξεκινήσαμε, δίχως να έχουμε ούτε βίζες, ούτε τίποτε. Βέβαια το λίαρ τζέτ του Σαουδάραβα ήταν στις διαστάσεις του μπόινγκ. Με στρογγυλά τραπέζια μέσα, Φιλιππινέζες, σαμπάνιες και τέτοια.

»Σε κάποια στιγμή του ταξιδιού, έρχεται μια Φιλιππινέζα και μου λέει ότι ο πιλότος είπε ότι δεν μπορεί να προσγειωθεί στο Άντεν και ότι θα μας αφήσει στην Σαναά. Την πρωτεύουσα της Υεμένης. Δηλαδή μια απόσταση Θεσσαλονίκη-Αθήνα, μέσα όμως από βουνά. Της λέω: «θέλω να μιλήσω στον πιλότο».  Με πηγαίνει στο πιλοτήριο και εκεί του λέω ότι ή θα μας πάει στο Άντεν, ή θα ρίξουμε το αεροπλάνο εκεί που είμαστε. «έχουμε πληρώσει 50 χιλιάδες δολάρια. Θα μας πας στο Άντεν κι αν είναι να μας πιάσουν θα μας πιάσουν όλους», του είπα. Τελικά μας πήγε στο Άντεν. Μόλις προσγειωθήκαμε και ξεφορτώναμε τις κάμερες του CNN έφτασε το πρώτο αεροπλάνο με τους Αμερικάνους πεζοναύτες για να ασφαλίσουν την περιοχή, από το Τζιμπουτί. Δηλαδή σκέψου ότι εμείς φτάσαμε νωρίτερα. Ήρθε ένας σύνδεσμος που είχαμε και μας πήγε στο ξενοδοχείο. Ούτε ελέγχους ούτε τίποτε.  Να φανταστείς στο διαβατήριο μου δεν έχω σφραγίδα εισόδου στην Υεμένη. Μόνον σφραγίδα εξόδου. Αφήνουμε τα πράγματα μας και αρχίζουμε να ψάχνουμε. Το λιμάνι του Άντεν για να φανταστείς, είναι δέκα φορές μεγαλύτερο από αυτό της Θεσσαλονίκης και έχει γύρω γύρω ένα ψηλό τοίχο που δεν μπορείς να δεις τίποτε μέσα.  Το ξημέρωμα βρήκαμε έναν λόφο όπου φαινόταν το καράβι. Έβγαλα κάποιες φωτογραφίες, τράβηξε πλάνα και το CNN και ξαφνικά βλέπουμε από κάτω από τον λόφο, ένα στρατιωτικό τζιπάκι με ένα πενηντάρι από πάνω, να μας ψάχνει.  Μας κάρφωσε κάποιος. Εκεί στην Υεμένη, οι μισοί είναι ρουφιάνοι. Μουχαμπαράτ τους λένε. Τα μαζεύουμε όλα άρον άρον και αρχίζουμε να κατηφορίζουμε. Διασταυρωθήκαμε με το τζιπ, αλλά δεν μας κατάλαβε, γιατί ήμασταν με ταξί. Επιστρέφω  στο ξενοδοχείο, στέλνω τις φωτογραφίες και μετά ηρεμούμε, για να μην δώσουμε στόχο.

»Σε κάποια στιγμή γεμίζει ο όροφος μας Αμερικάνους στρατιώτες που χτυπούσαν τις πόρτες με τα κοντάκια των όπλων. Μας έλεγαν να φύγουμε γιατί ο όροφος όλος θα φιλοξενούσε Αμερικάνους αξιωματούχους. Δεν είχαν καν ρωτήσει την διεύθυνση. Εγώ βγήκα με τα σώβρακα, ενώ απέναντι μου το CNN έβγαζε ζωντανό και ο παραγωγός κρατούσε την πόρτα για να μην μπουν μέχρι να τελειώσει η σύνδεση. Από εκείνη την μέρα, μας έδωσαν έναν συνοδό από το υπουργείο Τύπου, και δεν μπορούσαμε να πάμε πουθενά δίχως αυτόν. Θεωρητικά ήξερα αγγλικά και γι’ αυτό μας τον έδωσαν, όμως ήξερε ελάχιστα πράγματα. Παρατήρησα ότι κάτι είχε συνέχεια στο στόμα του και έφτυνε. Είναι ένα είδος ναρκωτικού που έχουν εκεί. Είναι  σαν καπνός που το κάνουν μπάλα, το βάζουν στο στόμα και το φτύνουν σιγά σιγά. Είναι νόμιμο, αλλά ακριβό. Κατάλαβα τι έπρεπε να κάνω. Τον πήρα στην άκρη και του είπα: «Πόσα θέλεις για να με πας στο καράβι». Μου ζήτησε πενήντα δολάρια. Του έδωσα εκατόν πενήντα. Με παίρνει με ένα ταξί και κάνουμε το λιμάνι γύρω γύρω, παράλληλα με τον τοίχο. Με φτάνει μπροστά σε μια τεράστια σιδερένια πόρτα. Στην άκρη έχει και μια μικρή. Χτυπάει την μικρή πόρτα. Βγαίνει κάποιος. Κάτι του λέει, κλείνει η μικρή πόρτα κι ανοίγει η μεγάλη για να περάσουμε. Έμεινα με το στόμα ανοικτό. Μπροστά μου ήταν το USS Cole. Με την τρύπα στο πλάι του και τους βατραχανθρώπους να βουτάνε και να ψάχνουν.Έκανα μερικές φωτογραφίες και πήγαμε σε έναν ναυτικό όμιλο που υπήρχε εκεί. Είχε ένα μπαλκονάκι πάνω από την θάλασσα, μπροστά από το USS Cole.  Άρχισα να φωτογραφίζω και να στέλνω με τον υπολογιστή και το δορυφορικό. Σε κάποια στιγμή ακούω φωνές και βλέπω τον συνοδό μου να είναι στα χέρια με κάτι λιμενικούς και να τους κρατάει. Είχα ήδη στείλει. Τα μαζεύω και μπαίνω στο ταξί. Του λέω πάμε να φύγουμε. Οι λιμενικοί έμειναν. Ήταν μια παγκόσμια αποκλειστικότητα. Οι πρώτες φωτογραφίες από άλλα πρακτορεία, έγιναν μετά από τρεισήμισι μέρες που έφτασε εκείνη η πτήση που είχα βρει αρχικά από την Βηρυτό. Ένιωσα πολύ περήφανος.  Το μόνο αρνητικό ήταν ότι σε εκείνον τον ναυτικό όμιλο, είχα παραγγείλει μια μερίδα γαρίδες.  Φωτογράφιζα και έτρωγα,  αλλά όταν ήρθαν οι λιμενικοί δεν τις είχα ακόμη τελειώσει», ολοκληρώνει ο Δημήτρης Μεσσήνης γελώντας.

 

ΤΟ ΜΗΛΟ ΕΠΕΣΕ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΗΛΙΑ

 

Ο Δημήτρης Μεσσήνης δεν  είναι πια στο Associated Press, συνεχίζει όμως να δουλεύει για ξένα μέσα. Το όνομα Μεσσήνης συνεχίζει να βρίσκεται στην λίστα με τους καλύτερους φωτορεπόρτερ του κόσμου, αφού ο γιος του ο Άρης, ο οποίος δουλεύει στο γαλλικό πρακτορείο συνεχίζει την παράδοση του πατέρα του. «Κι ο Φίλιππος είναι καλός, αλλά έτυχε σε άσχημη συγκυρία. Εγώ ποτέ δεν τους είπα να ασχοληθούν με το φωτορεπορτάζ. Εκείνοι το θέλησαν», λέει ο Δημήτρης Μεσσήνης για τους δύο γιούς του και συνεχίζει: «Ο Φέλντμαν, ήθελε να πάρει τον Άρη στο Associated Press, αλλά τελικά δεν τον άφησαν. Επειδή δούλευα κι εγώ εκεί. Όταν έκανε τις τελευταίες φωτογραφίες στο πέρασμα των προσφύγων από την Αφρική στην Ιταλία, έγραψε «φοβερή δουλειά του Άρη, λυπάμαι που δεν με άφησαν να τον προσλάβω». Του το έστειλα για να το δει. Είναι ένα παράσημο. Να βγει δημόσια ο ανταγωνιστής και να μιλήσει για την δουλειά σου. Μου είπε μάλιστα να πως αυτούς στο γαλλικό πρακτορείο να προτείνουν τον Άρη για τα Πούλιτζερ της νέας χρονιάς». Όσον αφορά το αν φοβάται που ο γιος του πηγαίνει κι εκείνος σε εμπόλεμες ζώνες μου απάντησε: «Εσύ δε θα φοβόσουν; Φυσικά και φοβάμαι. Κι όταν πήγαινα εγώ φοβόμουν. Αν δεν φοβάσαι σε τέτοιες καταστάσεις, δεν επιβιώνεις».

Καθόλου σχόλια

    seventeen − fourteen =

    Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

    Subscribe To Our Newsletter
    Subscribe to our email newsletter today to receive the latest news!
    No Thanks
    Με την εγγραφή σου συμφωνείς να λαμβάνεις τα νέα και τα ενδιαφέροντα θέματα του HumanStories και με την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων. Μπορείς να διαγραφείς από την λίστα οποιαδήποτε στιγμή.
    Don't miss out. Subscribe today.
    ×
    ×
    WordPress Popup Plugin
    Subscribe To Our Newsletter
    No Thanks
    Με την εγγραφή σου συμφωνείς με την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων.
    Don't miss out. Subscribe today.
    ×
    ×
    WordPress Popup Plugin