Την ιστορία την γράφουν οι παρέες

Είναι Μάρτιος του 2016. Η προσφυγική κρίση βρίσκεται στην κορύφωση της. Οι πρόσφυγες φτάνουν κατά χιλιάδες στα νησιά. Περνάνε με τα πλοία στον Πειραιά και την Καβάλα και από εκεί με λεωφορεία προσπαθούν να προσεγγίσουν την Ειδομένη. Περίπου το 70% από αυτούς, είναι γυναίκες και παιδιά. Η συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης Τουρκίας βρίσκεται στο τραπέζι για διαπραγμάτευση, ενώ τα σύνορα των Σκοπίων είναι ουσιαστικά κλειστά. Η βαλκανική οδός έχει κλείσει προ πολλού. Οι χώρες του Βίσεγκραντ, με την Αυστρία, κάνουν ουσιαστικά κουμάντο στις ροές από Ελλάδα προς Ευρώπη. Οι πρόσφυγες όμως, συνεχίζουν να ελπίζουν. Τα λεωφορεία τους αφήνουν μακριά από την Ειδομένη. Στο βενζινάδικο της ΕΚΟ στο Πολύκαστρο. Στους καταυλισμούς της Νέας Καβάλας και του Χέρσου. Κι εκείνοι ξεκινάνε με τα πόδια για την Ειδομένη. Φορτωμένοι με τα μπαγκάζια τους. Με τα μωρά στην αγκαλιά. Με αυτοσχέδια καρότσια, προχωράνε ώρες ολόκληρες, προκειμένου να προσεγγίσουν την Ειδομένη.  Να προσεγγίσουν εκείνη την μικρή πόρτα στον φράκτη Ελλάδας – Σκοπίων από την οποία έχουν περάσει ήδη πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες στην μεγαλύτερη μετανάστευση στην Ευρώπη μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Μια μέρα εκείνου του Μαρτίου, οδηγώ προς Ειδομένη. Ήταν ένα διάστημα που έβρεχε συνέχεια κι η Ειδομένη είχε μετατραπεί σε λασπότοπο. Χτύπησε το τηλέφωνο μου. Ήταν ο Τάσος Γλαντζής. Ένας από τους ιδρυτές του παιδικού σταθμού και νηπιαγωγείου «Κοπερτί» κι ένας από τους πιο εκπληκτικούς εκπαιδευτικούς που έχω γνωρίσει. «Αντώνη κάτι πρέπει να κάνουμε. Δεν μπορώ να βλέπω αυτές τις εικόνες. Πως μπορώ να πάρω μια οικογένεια στο σπίτι μου;», μου είπε.  Του απάντησα ότι είναι δύσκολο κι ίσως επικίνδυνο γιατί εκείνο το διάστημα απαγορευόταν να μεταφέρεις πρόσφυγες, ακόμη και με το αυτοκίνητο σου. «Κινδύνευες να υποστείς νομικές συνέπειες», του είπα. Λίγες μέρες μετά, ο Τάσος είχε πάρει την πρώτη οικογένεια στο σπίτι του.  Τότε δημιουργήθηκε η ομάδα «φίλοι φιλοξενούμενων προσφύγων».

 

Εχουν περάσει τόσες πολλές δυσκολίες, αλλά συνεχίζουν να παλεύουν για τη ζωή τους… Φωτογραφία: Αντώνης Ρεπανάς

 

Έντεκα μήνες μετά, βρισκόμαστε στο γραφείο του Τάσου στο Κοπερτί. Μαζί με τον Σάκη Ζουρνατζή ένα ακόμη μέλος – από τα πιο δραστήρια – της ομάδας των φίλων φιλοξενούμενων προσφύγων. Ένα γραφείο, γεμάτο με παιχνίδια, χρώματα κουκλάκια. Στον τοίχο, ζωγραφισμένος ένας γαλάζιος ουρανός με λίγα συννεφάκια τόσο όσο να σπάζουν την μονοτονία του γαλάζιου και μερικά πολύχρωμα αερόστατα. Κάπως έτσι θα ήθελε ο Τάσος, ο Σάκης και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, να βλέπουν το μέλλον όλων των παιδιών του κόσμου. Έναν γαλάζιο ουρανό, με λίγα συννεφάκια και μερικά πολύχρωμα αερόστατα. Και προσπάθησαν να κάνουν πράξη το όνειρο τους. Εδώ και έντεκα μήνες φιλοξενούν οικογένειες προσφύγων. Δίχως να είναι ΜΚΟ, δίχως να είναι κάποια οργάνωση. Είναι απλώς μια παρέα. «Είναι τόσο δύσκολο ρε συ Αντώνη; Να βρεθούν μερικές δεκάδες τέτοιες παρέες σε όλη την Ελλάδα και να βοηθήσουν ώστε να λυθεί το προσφυγικό;», αναρωτιέται ο Τάσος.

«Όλα άρχισαν από τον Τάσο», λέει ο Σάκης και συνεχίζει: «Το θυμάμαι καλά. Ήταν καθαρά Δευτέρα. Μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι η κατάσταση στο Χέρσο είναι χάλια. Είχε μιλήσει με τους εθελοντές. «Αν δεν πάμε να πάρουμε κάποιους ανθρώπους, θα πεθάνουν», μου είπε. Του απάντησα ότι λόγω της δουλειάς μου, δεν μπορώ να πάρω οικογένειες στο σπίτι μου, όμως όποια άλλη βοήθεια χρειάζεται, ήμουν έτοιμος να την δώσω. Έτσι πήρε την πρώτη οικογένεια ο Τάσος».

«Εκείνη τη μέρα, είδα μια ανάρτηση στο ίντερνετ ενός πατέρα από το Κοπερτί, του Μπάμπη Μακρίδη ο οποίος έλεγε ότι από το Χέρσο έδιναν οικογένειες προσφύγων στο Πολύκαστρο και την Αξιούπολη.  Είχαν έρθει σε συνεννόηση μαζί τους γιατί η κατάσταση ήταν ακραία», θυμάται ο Τάσος και συνεχίζει: «Εγώ ήμουν στα Διαβατά που κάναμε κάποιες δραστηριότητες για τα παιδιά. Είχε πολλές λάσπες, ακόμη κι εκεί. Μόλις τελείωσα, έφυγα με το αυτοκίνητο για το Χέρσο.Έβρεχε πάρα πολύ. Μόλις έφτασα, έπαθα σοκ. Μιλιούνια πρόσφυγες έφευγαν από τον καταυλισμό, μέσα στην νεροποντή, γεμάτοι με λάσπες ως τα γόνατα από τα χωράφια, για να πάνε στο χωριό. Να δουν που βρίσκονται, να βρουν ίντερνετ, να αγοράσουν κάποια πράγματα, να πάρουν κανένα τηλέφωνο. Τους πηγαίνανε με λεωφορεία στην Ειδομένη, όμως στο Πολύκαστρο είχαν στρίψει τα λεωφορεία και τους έφεραν στο Χέρσο. Δεν γνώριζαν που ήταν. Θυμάμαι την εικόνα. Ο κόσμος να προχωρά μέσα από τα χωράφια με την βροχή και ένας δίμετρος στρατιωτικός, με κόκκινο μπερέ, να τους κοιτάζει χωρίς να μπορεί να τους βοηθήσει  και να έχει βουρκώσει.

»Οι στρατιωτικοί ήταν καλόψυχοι. Εκείνη την ημέρα, πήρα έξι άτομα με το αυτοκίνητο κι εγώ επτά. Ήταν μια πενταμελής οικογένεια και μια 20χρονη κοπέλα, που την πήρε στο σπίτι της μια φίλη, η Αφροδίτη. Είχα πάει για να πάρω άλλους, όμως δεν τους βρίσκανε και μου δώσανε μια άλλη οικογένεια. Μπήκαμε όλοι μέσα στο αυτοκίνητο και ήρθαμε στην Θεσσαλονίκη. Περάσαμε πρώτα από το Κοπερτί, γιατί είχαμε ρούχα που μαζεύαμε σαν σχολείο για τους πρόσφυγες. Πήρανε ότι χρειαζότανε και μετά πήγαμε σπίτι. Η οικογένεια, είχε ένα οκτάχρονο αγοράκι τον Ομάρ, που ήταν σε κακή κατάσταση. Από την Συρία ακόμη, δε μιλούσε και τα έκανε επάνω του. Χρειάστηκαν τρεις μέρες για να ανασυγκροτηθούν, να πλύνουν τα ρούχα τους και να νιώσουν άνθρωποι. Μετά ο Ομάρ ήρθε στο Κοπερτί και την πρώτη κιόλας μέρα, ζήτησε μόνος του να πάει στην τουαλέτα. Άρχισε να μιλάει, να γελάει και έγινε και πάλι κανονικό παιδί».

 

Η «παρέα των φίλων φιλοξενούμενων προσφύγων» έχει γράψει και συνεχίζει να γράφει την δική της ιστορία… Φωτογραφία: Αντώνης Ρεπανάς.

 

«Δημιουργούμε φιλέλληνες»

«Δε μου αρέσουν τα κοσμητικά επίθετα, αλλά αυτές ήταν από τις φορές που λέω ότι χαίρομαι που είμαι Έλληνας. Παίζει μεγάλο ρόλο να έχεις μεγαλώσει στην Ελλάδα», λέει ο Σάκης και συνεχίζει: «Υπάρχει μια παράδοση εδώ, μέσα στην οποία βαφτίζεσαι. Μπορεί προ κρίσης να μη φαινόταν τα χαρακτηριστικά μας και να ήμασταν λίγο καλοπερασάκηδες, όμως μας δόθηκε η αφορμή για να βγει ο άλλος μας εαυτός. Χαίρομαι που είμαι Έλληνας και αυτοί που παλιότερα τους έβριζα, τώρα μου έκαναν μαθήματα με τη συμπεριφορά τους. Αυτό που έγινε στην Ελλάδα με τους πρόσφυγες, ήταν η καλύτερη εξωτερική πολιτική. Δημιουργήσαμε φιλέλληνες. Βλέπω τα σχόλια που ανεβάζουν στο φέισμπουκ. Τα μεταφράζω. Λένε ότι από όσες χώρες περάσαμε, ο ελληνικός λαός ήταν ο καλύτερος.

»Αυτό που έγινε στο Χέρσο, ήταν μαζικό. Ήταν απλοί άνθρωποι που ήθελαν απλώς να βοηθήσουν. Δεν είχε ταξικά χαρακτηριστικά η βοήθεια. Έβλεπες πολυτελή τζιπ να έρχονται για να πάρουν πρόσφυγες. Μια μέρα, είχαμε πάει στο Χέρσο και είδαμε μια τζιπάρα με φιμέ τζάμια από αυτές που τις βλέπεις και λες ποιος life style  Μα….ς την οδηγεί. Βγήκε έξω μια κυρία που έφερνε πίσω μια οικογένεια την οποία είχε κρατήσει στο σπίτι της για είκοσι μέρες κι έκλαιγε που τους αποχωριζότανε. Εκεί αποφάσισα ότι δεν πρέπει να βάζουμε ταμπέλες.  Απλοί άνθρωποι ρωτούσαν πως μπορούν να βοηθήσουν. Φέρνανε φαγητά, ρούχα, πάνες».

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα που είχαμε, ήταν όταν προχωρούσαμε στον δρόμο κι είχαμε μαζί τις γυναίκες που φορούσαν τις μαντήλες», λέει ο Τάσος και συνεχίζει: «Μας σταματούσαν στον δρόμο και μας έλεγα, που θα είστε, να σας φέρουμε ρούχα. Ο μανάβης μας έδινε φρούτα. Πήγαμε να αγοράσουμε παπουτσάκια για τον Ομάρ, επειδή δεν είχε κι ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού μας έδωσε μια αγκαλιά κάλτσες. Εκείνη την περίοδο, είχα 350 αδιάβαστα μηνύματα. Μου στέλνανε μηνύματα από παντού, άνθρωποι που ήθελαν να βοηθήσουν. Μια Ελληνίδα που ζει στο Πακιστάν κι έχει δύο σπίτια ήθελε να μας τα δώσει για να φιλοξενήσουμε πρόσφυγες. Μετά μας παραχώρησε με ένα συμφωνητικό για δύο χρόνια ένα σπίτι στην Κασσάνδρου μια φίλη κι εκεί φιλοξενούμε εναλλάξ οικογένειες. Από εκείνο το σπίτι, έχουν περάσει μέχρι τώρα, 27 πρόσφυγες.

»Μετά άρχισαν κι άλλοι φίλοι να παίρνουν οικογένειες ο Θέμος, ο Χάρης, η Άσπα, η Αριάδνη, η Στέλλα, η Δάφνη η Βέτα, συνολικά από την ομάδα μας, πέρασαν 140 πρόσφυγες, ενώ στο Κοπερτί είχαμε συνολικά 14 προσφυγόπουλα.  Βέβαια στο Κοπερτί είχαμε προσφυγόπουλα από παλιά.  Από το 2008, ερχόταν παιδάκια από το Αφγανιστάν, που φιλοξενούνταν στον ξενώνα μεταναστών στο αντιρατσιστικό στέκι. Τους πήγαινε ο Δήμος φαγητό, όμως κατά τα άλλα ήταν όλα παρατημένα. Είχαμε Αφγανάκια που κάθισαν τρία χρόνια στο σχολείο μας. Η Ζεχρά και ο Μαισάμ, είναι τώρα 15 χρονών και ζουν στην Σουηδία. Με βρήκαν στο Facebook κι άρχισαν να μου στέλνουν φωτογραφίες.  Είναι πολύ συγκινητικό. Ρωτάνε τι κάνουν όλοι εδώ. Εκείνα τα παιδιά είχαν έρθει περπατώντας από το Αφγανιστάν.  Πρώτη φορά μαρκαδόρο είχαν δει εδώ. Τα παιδιά του σχολείου μας είναι δουλεμένα. Αποδέχονται αμέσως τα προσφυγόπουλα και τα προσφυγόπουλα κάνουν μεγάλη προσπάθεια για να προσαρμοστούν. Δύο από τα παιδιά που είχαμε, φοιτήσανε για λίγο στο 51ο δημοτικό στην Κασσανδρου. Όταν το ζητήσαμε από τον διευθυντή του σχολείου, ενθουσιάστηκε.  Μετά ήταν περήφανος που είχε στο σχολείου του προσφυγόπουλα.  Είναι καταπληκτικός άνθρωπος».

Την ιστορία την γράφουν οι παρέες κι η «παρέα των φίλων φιλοξενούμενων προσφύγων» έχει γράψει και συνεχίζει να γράφει την δική της ιστορία…

Καθόλου σχόλια

    * Checkbox GDPR is required

    *

    I agree

    thirteen + seven =

    Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

    Subscribe To Our Newsletter
    Subscribe to our email newsletter today to receive the latest news!
    No Thanks
    Με την εγγραφή σου συμφωνείς να λαμβάνεις τα νέα και τα ενδιαφέροντα θέματα του HumanStories και με την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων. Μπορείς να διαγραφείς από την λίστα οποιαδήποτε στιγμή.
    Don't miss out. Subscribe today.
    ×
    ×
    WordPress Popup Plugin
    Subscribe To Our Newsletter
    No Thanks
    Με την εγγραφή σου συμφωνείς με την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων.
    Don't miss out. Subscribe today.
    ×
    ×
    WordPress Popup Plugin