Κι έφυγαν…

ΑΝΤΑΜΩΣΑΝ μετά πολλά χρόνια. Σ’ ένα χριστουγεννιάτικο γεύμα. Ο ένας με προχωρημένο καρκίνο, ο άλλος με προχωρημένη άνοια· κι οι δυο σπρωγμένοι απ τη ζωή στην πρώτη γραμμή της μάχης με το άγνωστο. Μαστιγωμένο ανελέητα από 80 χρόνια στην πλάτη, βάδιζαν κι ήταν σαν να πετούσαν για τους ουρανούς.

Του ΝΙΚΟΥ ΤΖΙΑΝΙΔΗ

Κι οι δυο κάθισαν ήσυχοι στην γωνιά του τραπεζιού και άκουγαν. Μονάχα άκουγαν, ενώ που και που κάτι έβαζαν στο στόμα τους για να αποδείξουν ότι ακόμα τρώνε, ότι ακόμα ζουν.

Πλάι, η ζωή τους έφευγε έρποντας. Η ζωή των άλλων ερχόταν καλπάζοντας. Άκουγαν με το βλέμμα θολό και το μυαλό ρημαγμένο, σαν τυφώνας που πέρασε.

Ήταν εκεί, καρφωμένοι στις καρέκλες τους, θυμίζοντας παλιές εικόνες αγίων, φαγωμένες από τους καιρούς, καρφωμένες σε μισογκρεμισμένους τοίχους και ήταν σαν να μην ήταν «εκεί». Ηταν σαν να είχαν κι όλας «φύγει».

Όλα γύρω τους ζωντανά εκτός απ αυτούς. Ο ένας βυθισμένος για χρόνια στο σκοτεινιασμένο κόσμο του νου του, πάσχιζε να καταλάβει ποια ήταν αυτή που τον τάιζε με τόση στοργή. Ήταν η γυναίκα του! Ο άλλος προσπαθούσε να μιλήσει με το φίλο του. Μάταια.

Κάποια στιγμή ο ένας, αυτός που είχε επαφή με τον τόπο και τον χρόνο έσκυψε και κάτι είπε στο αυτί εκείνου που είχε πια επαφή με το άπειρο.

Τα σβησμένα μάτια ξαφνικά φωτίστηκαν. Το ανέκφραστο πρόσωπο χαμογέλασε. Κι αυτός, που μέχρι εκείνη την στιγμή είχε αγκαλιάσει ένα σύννεφο και ταξίδευε, επέστρεψε για λίγο.

Γύρισε στον φίλο του, κάτι του ψιθύρισε και γέλασαν κι οι δυο πονηρά.

Η ξυλόσομπα πίσω τους, ζέσταινε την παγωμένη σιωπή, πλημμυρισμένα μάτια και έκπληξη από όλους αυτούς που ζούσαν για εκείνους που είχαν «αναστηθεί».

Η σκηνή κράτησε λίγα λεπτά. Κι έπειτα ο ένας ανέβηκε ξανά στο σύννεφό του κι έφυγε κι ο άλλος σωριάστηκε στην κουρασμένη του πραγματικότητα.

-Τι του είπες και ξύπνησε; ρώτησαν.

-Του θύμισα μια παλιά μας ιστορία. Μια γυναίκα που την είχαμε κι οι δυο ερωτευτεί.

-Κι εκείνος, θυμήθηκε; Τι σου είπε και γελάσατε;

-Μου είπε, πως προσπαθώντας να την ξεχάσει, ξέχασε τα πάντα.

Το χριστουγεννιάτικο μεσημέρι έφυγε όπως όλα τα μεσημέρια, βιαστικά και σίγουρα πως δεν θα ξαναγυρίσουν.

Κι οι δυο φίλοι έφυγαν όπως όλοι οι «κουρασμένοι» φίλοι, βιαστικοί και σίγουροι πως δεν θα ξανανταμώσουν.

Μόνο που πριν χωρίσουν εκείνος που τον είχε νικήσει η άνοια πλησίασε με μια υποψία χαμόγελου, φίλησε τον άλλον που πάλευε να τον νικήσει ο καρκίνος, κάτι του είπε και παραδόθηκε στους νεώτερους που τον κρατούσαν από τους ώμους.

Ο άλλος δάκρυσε, χτύπησε στην πλάτη τον φίλο του και χώρισαν.

Μόνο που τούτη τη φορά όταν τον ρώτησαν τι του είπε, δεν απάντησε.

«Ξέχασα», τραύλισε και από την τρικυμισμένη θάλασσα των ματιών του, έβλεπες αναμνήσεις μιας ζωής να βγαίνουν στην ακτή. Είχαν διασωθεί… από το θαύμα, των Χριστουγέννων.

Καθόλου σχόλια

    * Checkbox GDPR is required

    *

    I agree

    twenty − thirteen =

    Subscribe To Our Newsletter
    Subscribe to our email newsletter today to receive the latest news!
    No Thanks
    Με την εγγραφή σου συμφωνείς να λαμβάνεις τα νέα και τα ενδιαφέροντα θέματα του HumanStories και με την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων. Μπορείς να διαγραφείς από την λίστα οποιαδήποτε στιγμή.
    Don't miss out. Subscribe today.
    ×
    ×
    WordPress Popup Plugin
    Subscribe To Our Newsletter
    No Thanks
    Με την εγγραφή σου συμφωνείς με την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων.
    Don't miss out. Subscribe today.
    ×
    ×
    WordPress Popup Plugin