ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ: Η Αναστασία κι οι Καλικάντζαροι

«Έτσι μου αρέσει και  έτσι θα κάνω.  Δεν πρόκειται να κόψω να νύχια μου.  Θα τα μεγαλώσω τόσο πολύ και θα γίνουν τόσο κοφτερά που θα μπορώ να πριονίσω ένα ολόκληρο δέντρο» μονολογούσε δυνατά, φανερά εκνευρισμένη,  η μικρή Αναστασία, καθισμένη κάτω από την πυκνή φυλλωσιά ενός δέντρου.  Είχε βγάλει τα παπούτσια της και με τα νύχια της, που είναι η αλήθεια ότι   ήταν αρκετά  μεγάλα, έξυνε τον κορμό κάνοντας ότι προσπαθεί να τον πριονίσει.  Είχε φτάσει εκεί τρέχοντας από το σπίτι της γιαγιάς της.  Ήταν το αγαπημένο της μέρος.  Ένα μεγάλο σκιερό πλατάνι,  στην αρχή του μεγάλου δάσους και στην άκρη του μικρού χωριού.  Η ίδια με την οικογένεια της ζούσανε  στην πόλη.  Ο παππούς και η γιαγιά όμως, ζούσαν στο χωριό και πολλές φορές πηγαίνανε εκεί όλοι μαζί οικογενειακώς,  για να κάνουνε  διακοπές.  Το χωριό της άρεζε πάρα πολύ.  Είχε πολλούς φίλους και φίλες και μπορούσε να παίζει στην πλατεία,  μέχρι αργά το απόγευμα, δίχως να της φωνάζει κανείς.

Κάποιες φορές, μάλιστα, μαζί με τους φίλους της, κάνανε εξερευνήσεις μέσα στο δάσος, όμως η γιαγιά και ο παππούς της έλεγαν να μην μπαίνει ποτέ πολύ  βαθιά, γιατί εκεί τριγυρνούσαν οι Καλικάτζαροι.   Κάτι μικρά μαύρα και άσχημα ανθρωπάκια, με μυτερές ουρές και τρίχες σε όλο τους το σώμα.  Όλη την ημέρα, ζούσαν κάτω από την γη και κάποιες ώρες έβγαιναν στην επιφάνεια, προκειμένου να κλέψουν, να πειράξουν και να μαγαρίσουν.  Η κύρια δουλειά τους, σύμφωνα με τα λεγόμενα του παππού και της γιαγιάς, ήταν  να πριονίζουν το δέντρο της γης ώστε να πέσει και να γκρεμιστεί.  Κάθε χρόνο όμως, κοντά στα Χριστούγεννα, έβγαιναν όλοι μαζί οι Καλικάντζαροι  από τον κάτω κόσμο για να πειράξουν τους ανθρώπους και τότε το δέντρο της γης έθρεφε  και πάλι και έπρεπε  ξανά όλο το χρόνο να πασχίζουν για να το πριονίσουν.

Η ίδια δεν πίστευε τις ιστορίες αυτές.  Είχε πάει στο αγαπημένο της σημείο, επειδή είχε μαλώσει με την μαμά και την γιαγιά της.  Το μόνιμο πρόβλημα στις σχέσεις τους, είχε να κάνει με το κόψιμο των νυχιών.  Η μικρή Αναστασία σιχαινότανε το κόψιμο των νυχιών.  Δεν καταλάβαινε γιατί έπρεπε να τα κόβει κάθε λίγο και λιγάκι.  «Καλό μου παιδί αν δεν κόψεις τα νύχια σου θα γυρίσουν και θα μπουν μέσα στο δέρμα σου και θα πονάς» της έλεγε η γιαγιά για να την πείσει.  «Τα μακριά νύχια είναι εστία μόλυνσης.  Γεμίζουν με βρωμιές και είναι τόσο άσχημα όταν τα βλέπεις» της έλεγε η μητέρα της.  Η Αναστασία όμως, δεν άκουγε τίποτε.  «Δεν θα μου κόψετε τα νύχια έλεγε» και έτρεχε από δωμάτιο σε δωμάτιο προκειμένου να τους ξεφύγει.  Έτσι έγινε και αυτή τη φορά.  Βρήκε την πόρτα ανοιχτή και βγήκε έξω από το σπίτι.  Έτρεψε μέχρι το αγαπημένο της πλατάνι και κάθισε από κάτω θαυμάζοντας τα μεγάλα, μαύρα και βρώμικα νύχια της.

Ενώ η Αναστασία έκανε ότι πριονίζει με τα νύχια της το πλατάνι, δεν αντιλήφθηκε πίσω από έναν θάμνο, δύο κόκκινα φωτεινά ματάκια που την παρακολουθούσαν.  Ήταν ένας καλικάτζαρος που είχε ακούσει όλα όσα φώναζε πριν από λίγο.   Έτρεξε αμέσως στον κάτω κόσμο και ενημέρωσε τον αρχηγό των καλικατζάρων.  «Αρχηγέ.  Βρήκα τη λύση στο πρόβλημα μας» του είπε με ύφος σοβαρό.  «Βρήκα πως θα κόψουμε επιτέλους το δέντρο της γης».  Ο αρχηγός τον κοιτούσε και περίμενε να ακούσει την συνέχεια.  «Στην άκρη του δάσους, κάτω από το μεγάλο σκιερό πλατάνι, κάθεται ένα μικρό κοριτσάκι το οποίο έχει τόσο μεγάλα μαύρα και βρώμικα νύχια που μπορεί να πριονίσει ένα ολόκληρο δέντρο» συνέχισε ο Καλικάτζαρος.  «Και που το ξέρεις εσύ;  Την είδες να πριονίζει;» τον ρώτησε ο αρχηγός.  «την άκουσα να το λέει μόνη της.  Δεν έχουμε παρά να την πιάσουμε, να την φέρουμε στον κάτω κόσμο και να περιμένουμε να μεγαλώσουν ακόμη  πιο πολύ  τα νύχια της.  Τότε θα είναι έτοιμη να κόψει ένα μεγάλο δέντρο» συμπλήρωσε ο Καλικάτζαρος.

Ο αρχηγός των Καλικατζάρων, διέταξε να ετοιμαστεί η ομάδα ειδικών δυνάμεων Καλικατζάρων.  Η ομάδα αυτή κάθε Χριστούγεννα έμπαινε μέσα στα σπίτια των ανθρώπων  και μαγάριζε τα φαγητά.  Έσπαζε τα κεραμίδια και τα παράθυρα και πείραζε τους ανθρώπους, μέχρι που έρχονταν τα Φώτα και τότε επέστρεφαν κακήν κακώς στον κάτω κόσμο φωνάζοντας κυνηγημένοι:  «Φεύγετε να φεύγουμε κι έρχεται ο τρελοπαπάς  με την αγιαστούρα του  και με τη βρεχτούρα του».

Η διαταγή του αρχηγού ήταν ξεκάθαρη:  «Πιάστε την μικρή και φέρτε την στον κάτω κόσμο».  Πήραν λοιπόν δίχτυα, σκοινιά, ρόπαλα και σακούλια και ξεκίνησαν για τον μεγάλο πλάτανο που βρίσκεται στην αρχή του μεγάλου δάσους και στο τέλος του μικρού χωριού.  Η Αναστασία, απορροφημένη να περιεργάζεται τα μεγάλα βρώμικα νύχια της, δεν κατάλαβε τους Καλικάτζαρους που πλησίαζαν.  Ένας από αυτούς,  της έριξε το δίκτυ.  Ο άλλος την έδεσε με το σκοινί και ένας τρίτος την έβαλε μέσα στο σακούλι.  Την σηκώσανε στους ώμους τους και την κατέβασαν στον κάτω κόσμο.  Στο γραφείο του αρχηγού των Καλικατζάρων.

Η μικρή Αναστασία τρόμαξε πάρα πολύ.  Έβαλε τα κλάματα και παρακαλούσε τους Καλικατζάρους να την αφήσουν να φύγει.  Ο αρχηγός την κοίταζε ερευνητικά.  «Είναι αλήθεια ότι με τα νύχια σου μπορείς να κόψεις ένα ολόκληρο δέντρο;» την ρώτησε με αυστηρό ύφος.  «Μπορείς να κόψεις ακόμη και το δέντρο της γης;» συνέχισε υψώνοντας τη φωνή του.  Σηκώθηκε από τον θρόνο του και άρχισε να βολτάρει πάνω κάτω χτυπώντας τα χέρια του πίσω από την πλάτη.  «Όχι δεν είναι αλήθεια» είπε η μικρή Αναστασία.  «Δεν πρέπει να έχω μακριά νύχια.  Θα πρέπει να τα κόψω.  Μπορεί να μεγαλώσουν τόσο πολύ που να γυρίσουν και να μπουν μέσα στο δέρμα μου και να πονάω.  Τα μεγάλα νύχια αποτελούν εστία μόλυνσης και είναι άσχημα να τα βλέπεις μαύρα και βρώμικα» είπε με παράπονο επαναλαμβάνοντας τα λόγια της γιαγιάς και της μαμάς της.  «Λες ψέματα!!» στρίγκλισε ο Καλικάτζαρος γυρίζοντας απότομα προς το μέρος της.  «Τα λες αυτά επειδή δεν θέλεις να κόψεις το δέντρο της γης!» φώναξε με όση δύναμη είχε.  Τα μάτια του κοκκίνισαν ακόμη παραπάνω και από το στόμα του πετάχτηκαν  αφροί ενώ τα άσπρα μυτερά το δόντια άστραψαν απειλητικά.  «Όχι, όχι.  Σας λέω αλήθεια.  Πρέπει να με πιστέψετε» είπε η Αναστασία και ξέσπασε σε λυγμούς.  «Δεν μπορείς να με ξεγελάσεις.  Τα ξέρω όλα.  Μου τα είπε ο Καλικάτζαρος που σε είδε κάτω από το μεγάλο Πλατάνι.  Θα σε ρίξω στο μπουντρούμι μέχρι να μεγαλώσουν κι άλλο τα νύχια σου και να είσαι σε θέση να κόψεις το δέντρο της γης» είπε ο αρχηγός των Καλικατζάρων γυρίζοντας την πλάτη του.  «Πάρτε την από δω» διέταξε.

Τέσσερις γεροδεμένοι Καλικάτζαροι, πήραν την Αναστασία και την οδήγησαν στο μπουντρούμι.

Εντωμεταξύ, επάνω στη γη, η μητέρα και η γιαγιά της είχαν αρχίσει να την ψάχνουν, επειδή  ανησύχησαν.  Η γιαγιά της, που ήξερε για το μέρος που της άρεσε να κρύβεται, κάτω από το μεγάλο πλατάνι, πήγε μέχρι εκεί.  Παρατήρησε τις πατημασιές, τα σπασμένα κλαδιά και τα ξεριζωμένα χόρτα και κατάλαβε τι είχε συμβεί.  Έτρεξε γρήγορα στο σπίτι και ετοίμασε το τηγάνι.  Έψησε τηγανόψωμα, τους έριξε από πάνω μέλι, τα έβαλε σε ένα πιάτο και τα τύλιξε με δίχτυ , ώστε η μυρωδιά τους να φεύγει στον αέρα.  Επέστρεψε στο δάσος και προχώρησε βαθιά μέσα του.  Η μυρωδιά από τα τηγανόψωμα και το μέλι που έλιωνε, τράβηξε αμέσως τους Καλικάτζαρους.  Η γιαγιά ξάπλωσε κάτω από ένα δέντρο και έβαλε πλάι της τα τηγανόψωμα.  Έκανε ότι κοιμάται, όταν ένα μικρό Καλικαντζαράκι προσπάθησε να της πάρει το πιάτο.  Η γιαγιά με μια γρήγορη κίνηση, το έπιασε από το πόδι και το έδεσε.  «Άφησε με καλέ θεία.  Άφησε με γιατί θα έρθει ο μπαμπάς μου ο Καλικάτζαρος και θα σε δαγκώσει» φώναζε το Καλικαντζαράκι.  Η γιαγιά έβγαλε από την τσέπη της έναν σταυρό και ένα μπουκαλάκι με αγιασμό και είπε στο Καλικαντζαράκι:  «Σταμάτα να φωνάζεις γιατί θα σου ρίξω αγιασμό.  Ξέρω ότι έχετε πιάσει την εγγονή μου.  Οδήγησε με στον κάτω κόσμο, αλλιώς θα έχεις κακά ξεμπερδέματα με εμένα».

Τι να κάνει το Καλικαντζαράκι, οδήγησε την γιαγιά στον κάτω κόσμο και στο γραφείο του αρχηγού των Καλικατζάρων.  «Που έχεις την εγγονή μου την  Αναστασία, Παλιοκαλικάτζαρε; » φώναξε η γιαγιά κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά της το Καλικαντζαράκι.  «Αν δεν την φέρεις τώρα αμέσως, θα το ραντίσω με αγιασμό και εκείνο και εσένα» απείλησε κρατώντας σφιχτά στο χέρι της το μπουκαλάκι με τον αγιασμό.  Ο αρχηγός των Καλικατζάρων δεν είχε άλλη επιλογή.  Πρόσταξε να αφήσουν ελεύθερη την Αναστασία που μόλις είδε την γιαγιά της έπεσε στην αγκαλιά της με κλάματα.  Η γιαγιά τη σήκωσε στους ώμους της   και ανέβηκαν μαζί  στον πάνω κόσμο.  Μόλις έφτασαν στο σπίτι, η μητέρα τους περίμενε στην πόρτα με αγωνία.  Αγκάλιασε την κόρη της και όλοι μαζί άρχισαν να κλαίνε από χαρά.  Από τότε η μικρή Αναστασία μόλις έβλεπε τα νύχια της να μεγαλώνουν, έτρεχε αμέσως στην γιαγιά και την μαμά της και τις παρακαλούσε να της τα κόψουν γιατί κανείς ποτέ δεν ξέρει που μπορεί να παραμονεύουν οι Καλικάτζαροι.  Εξάλλου τα ποδαράκια και τα χεράκια της είναι πολύ πιο όμορφα με κομμένα και καθαρά νύχια από το να είναι μαύρα και μεγάλα.

Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΡΕΠΑΝΑΣ

Καθόλου σχόλια

    * Checkbox GDPR is required

    *

    I agree

    5 × 2 =

    Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

    Subscribe To Our Newsletter
    Subscribe to our email newsletter today to receive the latest news!
    No Thanks
    Με την εγγραφή σου συμφωνείς να λαμβάνεις τα νέα και τα ενδιαφέροντα θέματα του HumanStories και με την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων. Μπορείς να διαγραφείς από την λίστα οποιαδήποτε στιγμή.
    Don't miss out. Subscribe today.
    ×
    ×
    WordPress Popup Plugin
    Subscribe To Our Newsletter
    No Thanks
    Με την εγγραφή σου συμφωνείς με την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων.
    Don't miss out. Subscribe today.
    ×
    ×
    WordPress Popup Plugin