Όσο υπάρχουν άγγελοι…

Ο Καζαντζάκης, έγραφε για μια πυραμίδα, όπου στην βάση της βρίσκονται τα κτήνη και στην κορυφή της ο θεός. Ο δρόμος του ανθρώπου προς τον θεό, είναι πάντοτε ανηφορικός, προς την κορυφή της πυραμίδας. Στον δρόμο προς τον θεό, υπάρχουν άγγελοι που σε βοηθούν να συνεχίσεις και διάβολοι που προσπαθούν να σου φράξουν τον δρόμο. Εκείνος όμως, βρίσκει πάντοτε τον τρόπο να σε βοηθήσει να ξεπεράσεις τα όποια προβλήματα παρουσιάζονται, όσο μεγάλα και αν φαντάζουν αυτά.

Έναν τέτοιο δρόμο ακολούθησε και η Φατίμα με τον 8χρονο γιό της, τον Μοχάμεντ από μια μικρή πόλη του Ιράν, μέχρι την Ελλάδα και την Ειδομένη. Ο θεός -όποιος και αν είναι αυτός- τους στάθηκε πολλές φορές στην διάρκεια της δύσκολης πορείας τους . Ακόμη και όταν ο Μοχάμεντ βρέθηκε ένα βήμα από τον θάνατο, αφού στις 24 Οκτωβρίου πέρασε από πάνω του ένα ολόκληρο λεωφορείο, στον σιδηροδρομικό σταθμό της Ειδομένης. Δυόμισι μήνες μετά, ο Μοχάμεντ κατάφερε να ξεπεράσει όλους τους κινδύνους, να διαψεύσει όλα τα προγνωστικά όσον αφορά τον χρόνο ανάρρωσης του και πριν από λίγες μέρες, πήρε εξιτήριο από το Ιπποκράτειο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης.

«Μαμά πηγαίνω να παίξω ποδοσφαιράκι» είπε στην Φατίμα όταν τους συνάντησα στον θάλαμο της παιδοχειρουργικής κλινικής του Ιπποκράτειου και βγήκε σαν σίφουνας από το δωμάτιο. Λίγες εβδομάδες πριν, οι γιατροί δεν ήταν σίγουροι για το αν θα μπορούσε να περπατήσει ξανά το ίδιο καλά. Στο κρεβάτι του, πλάι στο προσκέφαλο του, βρίσκονταν μια εικόνα της Παναγίας. «Είστε Χριστιανοί;» ρώτησα την Φατίμα. «Όχι. Μουσουλμάνοι» μου απάντησε και εξήγησε: «Στο Ιράν, αν είσαι Χριστιανός, θεωρείσαι άπιστος και αντιμετωπίζεις την θανατική ποινή».

Η ιστορία τους, μοιάζει με σήριαλ της τηλεόρασης και η Φατίμα μου την διηγήθηκε άλλοτε χαμογελώντας και άλλοτε κλαίγοντας με λυγμούς. Τα ονόματα τους, δεν είναι αληθινά και δεν δημοσιεύσαμε τις φωτογραφίες τους, γιατί η ζωή της ίδιας και του γιού της βρίσκονται ακόμη σε κίνδυνο.

«Μεγάλωσα σε μια φιλελεύθερη οικογένεια. Όταν παντρεύτηκα όμως, ο άντρας μου ήταν αξιωματικός της αστυνομίας και ο αδελφός του, μέλος της θρησκευτικής αστυνομίας. Η ζωή μαζί του ήταν πολύ δύσκολη. Ήταν όλοι φανατικοί Μουσουλμάνοι» ξεκινάει την διήγηση της η Φατίμα και συνεχίζει: «Δεν με άφηναν να βγω έξω από το σπίτι παρά μόνον συνοδεία του αδελφού του άντρα μου. Δεν μπορούσα να πάω στο σχολείο να ρωτήσω πως πάει το παιδί, να συμμετάσχω στον σύλλογο γονέων και κηδεμόνων, να έχω επαφές με την οικογένεια μου και με φίλες μου. Έπρεπε να είμαι συνέχεια κλεισμένη μέσα στο σπίτι. Είχα κακοποιηθεί σωματικά και ψυχολογικά από τον άντρα μου και δεν άντεχα άλλο. Δεν μπορούσα να πάρω διαζύγιο επειδή ήταν αξιωματικός και όλη η οικογένεια του είχε μια ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία της πόλης. Η ζωή στο Ιράν ήταν πολύ σκληρή. Τον γιό μου τον πήγαινε και τον έπαιρνε από το σχολείο ο αδελφός του άντρα μου. Εγώ απαγορευόταν να το κάνω».

giatros

Ο πρώτος Άγγελος

«Κάποια στιγμή ζήτησε να με δει ο δάσκαλος του. Πήγα στο σχολείο, συνοδεία του κουνιάδου μου. Μόλις έμεινα λίγο μόνη, μια γυναίκα, με πλησίασε και μου έδωσε ένα γράμμα από την ξαδέλφη μου. Το έκρυψα και το διάβασα όταν επέστρεψα σπίτι. Έγραφε: «το βράδυ έλα στο σπίτι μου. Τα σύνορα είναι ανοικτά. Πρέπει να φύγουμε. Μην πάρεις μαζί σου τίποτε ούτε ρούχα ούτε τίποτε. Έλα όπως είσαι». Εκείνη την ημέρα, ο άντρας μου έλειπε σε μια αποστολή ενώ ο κουνιάδος μου έπρεπε να παραστεί σε μια κηδεία. Έπιασα τον γιό μου και του είπα ότι αν αποφάσιζε να έρθει μαζί μου, δεν θα ξαναέβλεπε ποτέ πια το πατέρα του και το Ιράν. Μου είπε ότι ήθελε να έρθει μαζί μου για να φύγουμε. «Έχω κουραστεί. Όλοι μου επιβάλλουν πράγματα και εγώ δεν μπορώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Θέλω να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον από δω και πέρα. Εγώ θα βοηθάω εσένα κι εσύ εμένα» του είπα και συμφώνησε. Στη μία η ώρα τα ξημερώματα, κατεβήκαμε σιγά σιγά από τον πάνω όροφο του σπιτιού με τις παντόφλες όπως ήμασταν και βγήκαμε από το σπίτι. Αρχίσαμε να τρέχουμε μέχρι το σπίτι της ξαδέλφης μου. Δεν έχω τρέξει ποτέ έτσι στην ζωή μου. Ήταν σα να έτρεχα με άλλα πόδια. Μόλις έφτασα, μπήκαμε μέσα σε ένα αυτοκίνητο και φύγαμε. Δεν ήξερα που πηγαίναμε. Ρώτησα την ξαδέλφη μου και μου είπε ότι ο πατέρας της είχε πληρώσει τους διακινητές, για να μας περάσουν στην Ευρώπη, τώρα που τα σύνορα ήταν ανοικτά. Είχε πληρώσει και για μένα. Ο πατέρας της ζει στην Σουηδία όμως όσες φορές κι αν πήγε στην πρεσβεία για να πάρει βίζα, δεν της έδιναν ποτέ. Έτσι αποφάσισαν να φύγουμε όλοι μαζί». Αυτός ήταν ο πρώτος άγγελος που συνάντησε η Φατίμα προσπαθώντας να ξεφύγει από τους διαβόλους που την καταδυνάστευαν στο Ιράν.

«Το πρωί, φτάσαμε στα σύνορα με την Τουρκία. Στην πόλη Μακού. Μείναμε στο σπίτι του διακινητή. Το βράδυ ξεκινήσαμε με τα πόδια μέσα από τα βουνά για να περάσουμε στην Τουρκία. Περπατούσαμε πολλές ώρες μέσα στο σκοτάδι. Σε κάποια σημεία, το μονοπάτι ήταν απότομο και έπρεπε να σκαρφαλώσεις. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε πίσω. Ο διακινητής, δεν μας έλεγε που πηγαίναμε. Τελικά φτάσαμε στην Τουρκία και μείναμε σε ένα σπιτάκι, περιμένοντας να έρθει ο συνεργάτης του διακινητή. Όταν ήρθε, μας πήρε και μας πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί μείναμε μερικές μέρες, περιμένοντας πότε θα μας ειδοποιήσουν για να συνεχίσουμε. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι είχα καταφέρει να φύγω από το Ιράν.

Μια ημέρα, μας συγκέντρωσαν σε ένα πάρκο. (το πάρκο αυτό βρίσκεται στην παραλία της Κωνσταντινούπολης και ονομάζεται Ζειτούμπορνο) Ήταν πολλοί άνθρωποι εκεί από διάφορα κράτη. Από το Ιράν, το Ιράκ, την Συρία, το Αφγανιστάν. Μπήκαμε όλοι σε ένα λεωφορείο και φύγαμε. Πηγαίναμε προς την Σμύρνη. Σε κάποια στιγμή μας άφησαν σε ένα δάσος και αρχίσαμε να περπατάμε. Είχε αρχίσει να βρέχει και εμείς περπατούσαμε μέσα στο δάσος από το πρωί μέχρι το απόγευμα. Σε κάποιες στιγμές κρυβόμασταν, γιατί περνούσε αστυνομία. Βγήκαμε σε έναν δρόμο και εκεί μας περίμενε ένα λεωφορείο. Μπήκαμε μέσα και μας πήγαν στην παραλία. Ήταν μια μεγάλη κατηφόρα και εκεί υπήρχε μια βάρκα. Την φουσκώσαμε μόνοι μας. Ήμασταν 40 άτομα. Μας έβαλαν μέσα στην βάρκα, μας έδειξαν πως δουλεύει και μας είπαν ότι πλέον είμαστε μόνοι μας και ότι έπρεπε να πάμε ευθεία στο νησί απέναντι. Δεν μπορούσα ποτέ να σκεφτώ ότι θα μου τύχαινε κάτι τέτοιο. Ήμουν προετοιμασμένη για τα πάντα. Ακόμη και για να πνιγώ στην θάλασσα. Τελικά φτάσαμε σε μια παραλία στην Λέσβο και εκεί ήταν το δυσκολότερο κομμάτι. Έπρεπε από την παραλία, να ανέβουμε μια απότομη πλαγιά, μέχρι τον δρόμο που υπήρχε στην κορυφή της. Εκεί φοβήθηκα πολύ. Είχα συνέχεια το μυαλό μου στον Μοχάμεντ. Ο ένας βοηθούσε τον άλλον. Παιδιά, άντρες, γυναίκες. Ήταν πολύ εύκολο να πέσεις και να σκοτωθείς. Βγήκαμε στην άσφαλτο και τότε άρχισε και πάλι το περπάτημα. Περπατούσαμε πολλές ώρες, όταν φτάσαμε σε ένα μέρος που είχε δύο λεωφορεία. Μας πήραν και μας πήγαν σε έναν καταυλισμό. Είχε χιλιάδες κόσμο. Είχε παντού σκηνές και ανθρώπους. Δεν είχε χώρο ούτε για να ξαπλώσεις. ‘Ήμασταν παγωμένοι από την θάλασσα και το βουνό. Μας έδωσαν μόνον κουβέρτες για να ζεσταθούμε. Τα παιδιά ξάπλωσαν με τις κουβέρτες στο χώμα για να κοιμηθούν. Το πρωί, άρχισε να βρέχει. Βρήκαμε ένα υπόστεγο για να μην βρεχόμαστε. Αργότερα μας μοίρασαν κάποιες κάρτες για να μπούμε σε λεωφορεία ανά εθνικότητα και να πάμε σε καταυλισμούς. Κι εκεί το ίδιο. Παντού έβλεπες σκηνές και ανθρώπους. Συνέχιζε να βρέχει όμως εμείς έπρεπε να καθίσουμε σε μια ουρά από το πρωί μέχρι το βράδυ, για να έρθει η σειρά μας να μπούμε μέσα στον καταυλισμό. Να καταγραφούμε και να μας δώσουν ένα υπηρεσιακό σημείωμα. Με αυτό μπορούσαμε να πάμε στο λιμάνι και να πάρουμε καράβι για την Αθήνα. Πήγαμε στο λιμάνι, όμως το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνονταν. Χιλιάδες κόσμος και παντού σκηνές. Πήγαμε να βγάλουμε εισιτήριο, όμως τα εκδοτήρια ήταν κλειστά. Μας είπαν ότι θα άνοιγαν το πρωί. Αγοράσαμε μια σκηνή και βάλαμε τα παιδιά να κοιμηθούν. Εγώ ήμουν πολλές μέρες άυπνη. Το πρωί αγοράσαμε εισιτήρια και ξεκινήσαμε για την Αθήνα. Οι τιμές των εισιτηρίων διέφεραν. Άλλοι τα πήραν 45 ευρώ, ενώ εμάς μας τα πούλησαν 60.

Φτάσαμε στην Αθήνα το βράδυ και πήγαμε στην πλατεία Βικτωρίας. Εκεί είχε λεωφορεία για την Ειδομένη. Μπήκαμε σε ένα και φτάσαμε στα σύνορα, το πρωί της 23ης Οκτωβρίου. Ήταν Παρασκευή. Στην Ειδομένη είχε πολλά λεωφορεία συγκεντρωμένα το ένα πίσω από το άλλο, που περίμεναν στην σειρά, για να περάσουν. Περιμέναμε και εμείς, όμως η πίσω πόρτα του λεωφορείου ήταν ανοικτή. Τα παιδιά, περιμένοντας να έρθει η σειρά μας για να περάσουμε, έπαιζαν. Σε κάποια στιγμή το λεωφορείο ξεκίνησε, και τότε άκουσα τον ξάδελφο του Μοχάμεντ να με φωνάζει. Το λεωφορείο σταμάτησε, κατεβήκαμε κάτω και είδα τον Μοχάμεντ να είναι πεσμένος στο έδαφος. Το κόκκαλο το χεριού του φαινότανε, ενώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι είχε γίνει. Είχα σοκαριστεί. Ένιωθα σαν να είχε έρθει το τέλος του κόσμου. Είχα προετοιμαστεί αν ήταν να πνιγούμε από τα κύματα στην θάλασσα, όχι όμως και να πατήσει το παιδί μου ένα λεωφορείο. Ο θείος του τον πήρε αγκαλιά και τρέξαμε στον Ερυθρό Σταυρό. Υπήρχε αμηχανία δεν γνώριζε κανείς τι είχε συμβεί. Δεν είχαμε καταλάβει ότι είχε περάσει από πάνω του ολόκληρο λεωφορείο. Δεν υπήρχε μεταφραστής. Τον έβαλαν αρχικά σε μια καρέκλα και μετά ήρθε ένας γιατρός και τον έβαλε επάνω σε ένα κρεβάτι».

Ο δεύτερος άγγελος.

Λίγα μέτρα μακριά από την τέντα του Ερυθρού Σταυρού, οι Γιατροί του Κόσμου ετοίμαζαν το δικό τους ιατρείο. Ο Θάνος Γαργαβάνης (αυτόν που αποκαλούσε η Φατίμα «ο γιατρός με το μούσι») ειδικευόμενος χειρούργος, είχε ανέβει τυχαία στην Ειδομένη, προκειμένου να βοηθήσει τους Γιατρούς του Κόσμου να στήσουν την σκηνή τους. Δεν ήταν προετοιμασμένος για την αντιμετώπιση ενός τόσο σοβαρού περιστατικού και δεν φορούσε καν ιατρική ποδιά. «Τότε ήρθε ο γιατρός με το μούσι» συνεχίζει η Φατίμα: « Δεν φορούσε ιατρική στολή, όμως έκανε αμέσως κάποια πράγματα και κατάλαβα ότι ήταν γιατρός. Στο Ιράν, πριν να παντρευτώ, δούλευα ως βοηθός γιατρού και μπορώ να καταλάβω ποιος ξέρει και ποιος όχι. Αυτός ο άνθρωπος έσωσε το παιδί μου. Κάλεσε ασθενοφόρο, ήρθε και ένας μεταφραστής και ξεκινήσαμε για το Κιλκίς. Στο δρόμο μου έλεγαν να μιλάω στον Μοχάμεντ για να μην κοιμηθεί και χάσει τις αισθήσεις του. Έβλεπα το έντερο του που είχε βγει έξω και ήταν σαν να είναι δύο κομμάτια» λέει η Φατίμα και δεν μπορεί να κρατηθεί άλλο. Ξεσπάει σε λυγμούς καθώς ανακαλεί στη μνήμη της και πάλι αυτά που έζησε.

«Τον έβαλαν στο χειρουργείο και ένας από τα Ηνωμένα Έθνη, που ήρθε στο νοσοκομείο, έλεγε ότι ο Μοχάμεντ έχει χάσει πολύ αίμα και ότι μπορεί να μην κατάφερνε να ζήσει. Εγώ τους παρακαλούσα να σώσουν τον γιό μου. Μετά ήρθε η αστυνομία και με ρώτησαν αν ήθελα να κάνω μήνυση στον οδηγό του λεωφορείου που πάτησε το παιδί μου. Με ρώτησαν αν ήθελα να παραμείνω στην Ελλάδα, γιατί ένα τέτοιο δικαστήριο θα γινόταν μετά από πολύ καιρό, ενώ εγώ το μόνο που ήθελα, ήταν να γίνει καλά ο Μοχάμεντ. Φοβήθηκα μήπως έχει προβλήματα και ο οδηγός, μήπως τον πάνε στην φυλακή και είπα ότι δεν θέλω να κάνω καμία μήνυση. Τους είπα ότι τον συγχωρώ και ότι πιστεύω ότι ο θεός θα σώσει τον γιό μου.

Έγινε το πρώτο χειρουργείο στο Κιλκίς και δεν με άφηναν να τον δω. Μετά ήρθαμε στο Ιπποκράτειο. Ήμουν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Είχα περάσει τόσα στο Ιράν, τόσα στον δρόμο για την Ελλάδα και τώρα οι γιατροί συνέχιζαν να μου λένε ότι υπάρχει κίνδυνος για την ζωή το παιδιού μου. Μου πρότειναν να πάω σε ένα ξενοδοχείο για να ξεκουραστώ. Εγώ δεν ήθελα να φύγω. Τους παρακαλούσαν να με αφήσουν να δω για μια ακόμη φορά το παιδί μου. Δεν με άφησαν. Το δεύτερο χειρουργείο, ξεκίνησε τα ξημερώματα. Μου ζήτησαν να υπογράψω για να ξεκινήσουν, αφού υπήρχε πιθανότητα ο Μοχάμεντ να πεθάνει κατά την διάρκεια της επέμβασης. Τους παρακαλούσα να κάνουν καλά το παιδί μου. Τους έλεγα ότι εγώ ζω αυτή τη στιγμή λόγω του Μοχάμεντ. Πέρασαν τέσσερις με πέντε ώρες. Οι γιατροί δεν μου έλεγαν τίποτε. Στο νοσοκομείο είχαν μαζευτεί όλες οι ΜΚΟ και ρωτούσαν για τον Μοχάμεντ.

Έξω από το νοσοκομείο, υπάρχει ένας πρόναος. Εκεί πήγα και προσευχήθηκα ζητώντας από την Παναγία να με βοηθήσει. Λένε ότι ο Χριστός μπορεί να ζωντανέψει ακόμη και τους πεθαμένους. Εκείνο το βράδυ προσευχήθηκα πάρα πολύ. Στον πρόναο έξω από το νοσοκομείο. Μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Ας είμαι Μουσουλμάνα. Είχα πάντα συμπάθεια στον Χριστιανισμό. Στην γειτονιά μου, είχαμε μια κυρία που ήταν κρυφά Χριστιανή. Όταν πήγαινα σπίτι της μου μιλούσε για τον Χριστό και εγώ ηρεμούσα. Δεν μπορούσα όμως να πω τίποτε γιατί θα θεωρούμουν άπιστη και θα με σκοτώνανε. Έλεγα στην Παναγία να με βοηθήσει γιατί είμαι μια μόνη γυναίκα σε μια ξένη χώρα με το παιδί μου. Της είπα ότι αν γινόταν καλά ο Μοχάμεντ θα της αφιέρωνα την ζωή μου. Ήμουν έτοιμη να πεθάνω εγώ στην θέση του προκειμένου να μείνει ζωντανός. Τελείωσε η εγχείρηση, όμως και πάλι δεν με άφηναν να τον δω.

Πήγα στο ξενοδοχείο για να ξεκουραστώ λίγο. Στις 11το πρωί ξύπνησα. Στη 1 ήταν η ενημέρωση. Μου είπαν ότι καλά που πρόλαβαν να εγχειρήσουν τον Μοχάμεντ γιατί δεν θα ζούσε. Μου εξήγησαν ότι η ζωή του συνέχιζε να βρίσκεται σε κίνδυνο. Όταν τον είδα, σοκαρίστηκα. Ήταν συνδεδεμένος με πολλά μηχανήματα και σωλήνες. Για δύο εβδομάδες, η κατάσταση ήταν η ίδια. Οι γιατροί συνέχιζαν να μου λένε ότι υπάρχει κίνδυνος για την ζωή του. Φοβόντουσαν τον πυρετό και τις μολύνσεις. Πέρα από την εσωτερική αιμορραγία είχε σπασμένο το χέρι του και το πόδι του. Οι γιατροί μου έλεγαν ότι αν ξεπερνούσε το κίνδυνο για την ζωή του, θα χρειαζόταν να μείνει στο νοσοκομείο τουλάχιστον για τέσσερις μήνες. Μετά από δύο εβδομάδες, βγήκε από την εντατική και ήρθαμε σε δωμάτιο. Ξεπέρασε το κίνδυνο. Ήταν ένα θαύμα. Με βοήθησε ο θεός, αλλά και οι άνθρωποι που βρέθηκαν μπροστά μας. Όλοι οι γιατροί που συναντήσαμε. Σιγά σιγά ο Μοχάμεντ ανέκτησε τις δυνάμεις του και άρχισε να μιλάει. Ήμουν πολύ χαρούμενη αλλά και πολύ αγχωμένη. Τα σύνορα είχαν κλείσει. Είχαμε εγκλωβιστεί στην Ελλάδα. Όλοι οι δικοί μου είχαν περάσει μετά το ατύχημα. Εγώ μια μόνη γυναίκα σε ξένη χώρα, με το παιδί μου, έχουμε μείνει μόνοι μας. Όλοι όσοι πέρασαν τα σύνορα, έχουν φτάσει σε μια καλύτερη ζωή. Εγώ έχω περάσει πολλά και στο Ιράν και εδώ. Έχω άδεια παραμονής για έξι μήνες. Μετά τι θα κάνω; Με πιέζουν να ζητήσω άσυλο στην Ελλάδα, όμως εγώ δεν θέλω να μείνω εδώ. Εδώ δεν υπάρχει δουλειά για τους Έλληνες. Πως θα βρεθεί για μένα; Μια γυναίκα μόνη, που δεν ξέρει καν την γλώσσα; Θέλω να πάω σε μια χώρα, που θα μπορεί να με υποστηρίξει. Που θα υπάρχουν επιδόματα για μετανάστριες και μέριμνα για μένα και το παιδί μου. Ο Μοχάμεντ δεν έχει αναρρώσει ακόμη. Ξέρω ότι η κατάσταση στην Ελλάδα είναι δύσκολη. Στην διάρκεια της νοσηλείας του χρειαζόμασταν μια σακούλα κολοστομίας και δεν μπορούσαμε να βρούμε. Δεν μπορώ να επιστρέψω πλέον στο Ιράν γιατί θα με σκοτώσουν. Όταν μια γυναίκα φεύγει από την χώρα με το παιδί της δίχως να έχει πάρει έγκριση από τον άντρα της, θεωρείται ότι το έχει απαγάγει. Παράλληλα, αν δείξεις συμπάθεια για άλλη θρησκεία, θεωρείσαι άπιστος και αντιμετωπίζεις την ποινή του θανάτου».

Η Φατίμα με τον Μοχάμεντ, συνεχίζουν τον ανηφορικό δρόμο για την κορυφή της πυραμίδας. Στον δρόμο τους, θα συναντήσουν και άλλους διαβόλους αλλά και άλλους αγγέλους. Το τι θα γίνει στο τέλος, το γνωρίζει μόνον ο θεός. Όποιος και αν είναι αυτός.

1 Σχόλιο

  • Κικη κεφαλα 24/09/2016 (17:38)

    Εδώ πραγματικά δεν έχω λόγια, κλαίω που το διαβάζω..

fourteen − 9 =

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Subscribe To Our Newsletter
Subscribe to our email newsletter today to receive the latest news!
No Thanks
Με την εγγραφή σου συμφωνείς να λαμβάνεις τα νέα και τα ενδιαφέροντα θέματα του HumanStories και με την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων. Μπορείς να διαγραφείς από την λίστα οποιαδήποτε στιγμή.
Don't miss out. Subscribe today.
×
×
WordPress Popup Plugin
Subscribe To Our Newsletter
No Thanks
Με την εγγραφή σου συμφωνείς με την Πολιτική Προστασίας Δεδομένων.
Don't miss out. Subscribe today.
×
×
WordPress Popup Plugin