O «Μικρός Πρόσφυγας» που κατακτά τις παγκόσμιες αγορές με τα προϊόντα του!

Οι χιλιάδες αναγνώστες του HumanStories (σε 100 και πλέον χώρες ανά την υφήλιο) είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν την ιστορία του Ιωάννη Καμπούρη, φιλόλογου (κι ιδιοκτήτη των γνωστών φροντιστηρίων της Αθήνας «Το ΣΥΓΧΡΟΝΟ») και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας E-LA-WON, ενός ανήσυχου ανθρώπου που στην κρίση δημιουργεί πολύ σημαντικά πράγματα.

Μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ την HumanStory του, με το ελαιολάδο και το μέλι που βγάζει να έχουν γίνει γνωστά σε δεκάδες χώρες του εξωτερικού… Ομως ο Απόστολος, το ένα από τα δύο παιδιά του, μάς έστειλε και δημοσιεύουμε αυτούσια την ιστορία του πατέρα του, όταν αναγκάστηκε να αφήσει την αγαπημένη του Ίμβρο στην τρυφερή ηλικία των επτά ετών και μετά από πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια, να έρθει στην Ελλάδα, να παλέψει για την επιβίωσή του και σήμερα να απολαμβάνει τους καρπούς της τόσο μεγάλης προσπάθειάς του…

Toυ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΜΠΟΥΡΗ

Σύννεφα βαριά απλώνονταν πάνω απ’ το Βόσπορο. Αντιπάλευαν με το φως του δειλινού και έβαφαν τον ορίζοντα με σχήματα γκριζο-κόκκινα, σαν να στεφάνωναν τη Βασιλεύουσα. Τα δάκρυα π’ αυλάκωναν τα μάγουλά μου έσμιξαν με τις πρώτες σταγόνες που ξεχύθηκαν από ψηλά για να με συντροφέψουν. Τα βήματά μου βαριά, σαν να μη θέλαν και κείνα να διαβούν την πόρτα του σπιτικού που με φιλοξενούσε. Καταφύγιο αφιλόξενο. Μόνος ανάμεσα σε «γνωστούς» με συντροφιά το «έπρεπε».

Έπρεπε να φύγω για την Κωνσταντινούπολη, να πάω σχολειό, να μάθω τουρκικά, να μείνω σε φίλους των γονιών μου, να ‘μαι υπάκουος, να μην έχω απαιτήσεις, ν α ζω χωρίς την οικογένειά μου, χωρίς τη μητέρα μου, χωρίς φίλους, χωρίς το νησί μου την Ίμβρο με τα καλντερίμια, τα βοσκοτόπια, τ’ αλώνια, τ’ Αι Δημητρού το βουνό, την Αρασιά, τη θάλασσά του, τον ουρανό του.

Ολομόναχος στην Πόλη. Όλα στο βωμό του «έπρεπε». Το «έπρεπε» αντάμωσε με το «χωρίς» και αφάνισαν τη χαρά και το γέλιο. Έσβησαν το «θέλω». Τα σχολειά στην Ίμβρο έκλεισαν. Πρώτο μέρος του σχεδίου των τουρκικών αρχών για αφελληνισμό του νησιού. Οι Ρωμιοί λούφαξαν. Κάθε αντίδραση είχε και τίμημα. Κάποιος Ρωμιός συλλαμβανόταν ή βρισκόταν νεκρός, γυναίκες βιάζονταν, σπίτια καίγονταν. Σαν πρωινή ομίχλη ο φόβος σκέπασε το νησί και το πάγωσε. Ανοιχτές φυλακές με βαρυποινίτες το δεύτερο μέρος του σχεδίου. Πληγή βαθιά για τον τόπο. Οι κατάδικοι κυκλοφορούσαν λεύτεροι σε όλη την έκταση του νησιού, ενώ το νησί φυλακίστηκε στο φόβο.

Οι πόρτες των σπιτιών κλείναν και μαντάλωναν σαν έγερνε ο ήλιος. Κουρτίνες βαριές προστέθηκαν στα παράθυρα σάματις θα ξόρκιζαν το κακό. Το φως της λάμπας χαμήλωσε. Οι καφενέδες πού σφιζαν από φωνές και κεράσματα, γέμισαν βουβά πρόσωπα γεμάτα ερωτηματικά που σαν σκιές φεύγαν νωρίς νωρίς για το σπιτικό τους. Έγκλειστοι στα σπίτια τους οι ντόπιοι γιατί οι πραγματικοί έγκλειστοι κυκλοφορούσαν και σκόρπιζαν το φόβο, τη βία και το θάνατο.

Κλείσαν τα σχολειά και άνοιξαν οι φυλακές. Σβήσαν το φως και φέραν το σκοτάδι. Σκότωσαν το πνεύμα και άφησαν λεύτερα τα κτηνώδη ένστικτα.

Φυλάκισαν και έσβησαν το γέλιο, τη χαρά, τα πανηγύρια και λευτέρωσαν την κτηνωδία, τους βιασμούς, τις ληστείες, τον πανικό. Και στις εκκλησιές σαν νά ψαλλαν ψιθυριστά. Σαν να μην θέλαν να προκαλέσουν. Όλοι ζούσαν κρυφά. Οι ζωές τους εξαχνώνονταν και τη νύχτα σβήναν κυριολεκτικά για να ζήσουν.

Σκοπιμότητες πολιτικές. Σχέδια αυτών που παίζουν με τη μοίρα των λαών, που σχεδιάζουν χάρτες, σβήνοντας ιστορία αιώνων, διαγράφοντας μνήμες, ζωές, απαλείφοντας την ιστορική συνέχεια. Σχέδια αυτών που ‘χαν αποφασίσει τον διωγμό των Ελλήνων από το νησί μου, αυτών «που ορίζουν τα σύνορα σαν χαρακιές στο σώμα του πλανήτη«.

Έτσι ήρθε ο μισεμός, το φευγιό, η ξενιτειά.

Πρώτα τα παιδιά, για να μάθουν γράμματα, να σπουδάσουν. Μένουμε ή φεύγουμε; Το δίλημμα ίσχυε για τους μεγάλους. Για τα παιδιά η φυγή ήταν μονόδρομος.

Όλα τα υπάρχοντα μια βαλίτσα. Η όψη χλωμή. Η ψυχή τρεμάμενη και η φωνή της μαμάς σπασμένη από συγκίνηση και μ’ ένα δάκρυ στην άκρη των ματιών που συγκρατούνταν με κόπο να μην κυλήσει «στην Πόλη θα σε περιμένει η κυρά Μαρία. Θα μείνεις μαζί της. Το σπίτι της είναι κοντά στο Ζωγράφειο. Στο πλοίο θα ‘σαι με τον κυρ Κώστα το φίλο του μπαμπά. Θα ‘ρθω τα Χριστούγεννα να σε δω. Θα ‘ρθεις το καλοκαίρι. Να ντύνεσαι, να τρως καλά, να διαβάζεις, να ‘σαι καλό παιδί, να ακούς, να προσέχεις, να, να, να…». Σάρωσαν τα «να» τη ζωή κει στη γωνιά του καραβιού. «Να ‘σαι παλικάρι» είπ’ ο παππούς σαν έφευγα για το πλοίο, «οι άντρες δεν κλαίνε». Και τώρα αφήνοντας το χέρι της μαμάς βούλιαξε η καρδιά μου στα δάκρυα αλλά τα μάτια μείναν στεγνά. Τα λόγια του παππού βλέπεις…

Το βαπόρι ανοίχτηκε στη θάλασσα και με ταξίδεψε μακριά από «το θέλω» και μ’ έφερε στο «να» και το «πρέπει» παρέα με ένα τεράστιο «χωρίς», μόλις επτά ετών.

Οδύσσεια, έπος πάντα επίκαιρο.  Παιδιά μετανάστες, σαν άλλος Οδυσσέας, ανοίγονται στους δρόμους της προσφυγιάς. Βλέμμα φοβισμένο, ψυχή παγωμένη, με άδεια χέρια.  Κανένα μητρικό ή πατρικό χέρι δεν τα συντροφεύει, καμιά αγκαλιά για να χωθούν μέσα της. Μόνα… σε μοναχικούς δρόμους, κλειστούς, δύσβατους, μόνα χωρίς όνειρο… με αυτοσκοπό την επιβίωση…

Ένα μικρό σπίτι, ένα ανήλιαγο δωμάτιο σε μια τριμελή φαμίλια με ένα παιδί πολύ μεγαλύτερο. Η ευγένεια ψυχρή σαν σίδερο. Η κυρά Μαρία έκανε εξυπηρέτηση στους γονείς μου. Τίποτε περισσότερο. Αληθινός επιστάτης χωρίς ίχνος συναισθήματος. Όλα με τάξη, όλα υπό έλεγχο. Δεν της ξέφευγε καμιά λεπτομέρεια και όλα λίγα. Το φαγητό λίγο, το γλυκό ψηλά στο ντουλάπι μόνο για την Κυριακή. Το γέλιο δεν άνθιζε στο πρόσωπό της. Να ‘ταν οι έγνοιες, να ‘ταν ο άνθρωπος; Δεν είχα πού ν’ ακουμπήσω. Σαν φοβόμουν, σαν με κυνηγούσαν τη νύχτα εφιάλτες, σαν πείναγα… Δεν είχα σε ποιον να στραφώ, σε ποιον να κλάψω, σε ποιον να ακουμπήσω. Ο κυρ Θανάσης ο άντρας της πάντα λιγομίλητος και βαρύς. Ο γιός έλειπε διαρκώς.

Σαν φεύγαν και έμενα μόνος, σκαρφάλωνα στην καρέκλα. Το κουτί  του μπακλαβά, η απαγορευμένη λιχουδιά. Σήκωνα τα κομμάτια και τράβαγα μικρά φύλλα από τη βάση για να τα γευτώ και ξανάφηνα τα κομμάτια στη θέση τους. Και η νοσταλγία μέσα μου μεγάλωνε για τα γλυκά και τα καλούδια της μαμάς που ‘ταν άφθονα στο σπίτι και τα τράταρε στις γειτόνισσες και τους συγχωριανούς. Όλα αυτά πια ήταν μόνο θύμησες χαραγμένες βαθιά στη μνήμη μου. Μόνο εκεί υπήρχαν.

Κι από την άλλη στο σχολειό. Οι τούρκοι δάσκαλοι σκληροί σαν πέτρα με σχόλια κοφτερά σαν μαχαίρι με τρόμαζαν. Γι’ αυτούς ήμασταν αυτό που υποτιμητικά μας απηύθυναν «γκιαούρ».

Αμερόληπτοι έντυναν την εκδικητικότητα και αποστροφή προς τα ελληνόπουλα με τη μορφή της αυστηρότητας.

Δάσκαλοι θύτες, μαθητές θύματα, καμιά επιδοκιμασία, καμιά επιβράβευση. Καμιά ενίσχυση. Απόρριψη ο κώδικάς τους.

Παντού ένιωθα πως έπρεπε να ‘μαι ευγνώμων γι’ αυτά που μου προσφέρονταν, γι’ αυτά που μου παρέχονταν. Στέγη, τροφή, παιδεία, δικαίωμα να υπάρχω στην Τουρκία αν και ήμουν ελληνόπουλο. Το μαξιλάρι η καλύτερη συντροφιά. Μούσκευε από τα δάκρυά μου και ποτέ δεν παραπονιόταν, δεν γκρίνιαζε, δεν απαιτούσε. Αντίθετα, βούλιαζε περισσότερο για να χωθώ μέσα του και να αποκοιμηθώ. Μόνο κάτι λεκέδες προκαλούσαν την κυρά Μαρία: «Κλαψιάρη, πάλι έκλαιγες και λέρωσες το μαξιλάρι, παλικάρι είσαι δεν ντρέπεσαι που κλαις σαν μωρό. Αγνώμονα όλα στα προσφέρω και συ…». Και γω σιωπηλός με ένα σκέτο «μα κυρά Μαρία…» προσπαθούσα να κατεβάσω τη μπουκιά στο λαιμό μου για να πνίξω το λυγμό που ανέβαινε.

Με γυρτούς τους παιδικούς ώμους, πήρα τη ζωή στην πλάτη και περπάτησα τα χρόνια του «έπρεπε», του «χωρίς» και του «τίποτε». Έχοντας την Ίμβρο στην ψυχή και στη σκέψη, με βήματα άλλοτε τρεμάμενα και άλλοτε πιο στέρεα, άλλοτε χορτάτος και άλλοτε πεινασμένος, άλλοτε βουτηγμένος στην κατάθλιψη και άλλοτε πιο αισιόδοξος διάβηκα την πόρτα της εφηβείας και ήλθα ολομόναχος στην Ελλάδα. Με τα λίγα μου υπάρχοντα στην ίδια βαλίτσα ήρθα φοιτητής στην Ελλάδα. Σε μια γκαρσονιέρα υπόγεια, χωρίς χρήματα, χωρίς βοήθεια. Ένα τραπέζι ίσως κάποια Κυριακή σε μια μακρινή συγγένισσα. Και πάντα το ίδιο ερωτηματικό. Η ευχή που ‘χα καταγράψει μέσα μου «να ‘ναι ανοιχτοί οι δρόμοι μπροστά σου» γιατί δεν ίσχυε για μένα; Γιατί όλες οι πόρτες ήταν κλειστές. Στον αγώνα για επιβίωση αμέτρητες δουλειές: Κλωστοϋφαντουργία, βάρδια 22:00 με 06:00 το χάραμα, σερβιτόρος, παράνομος μικροπωλητής, άλλοτε σάντουιτς στα τρένα πρωί-πρωί, άλλοτε λουλούδια στα παραλιακά μαγαζιά τα Σαββατοκύριακα και χίλια άλλα… για τα αναγκαία.

Και άπατρις παντού…, Εκεί Γκιαούρης, εδώ Τούρκος, χαρτιά, vises, προξενείο και όλη η γραφειοκρατία… Η οικογένεια στην Ίμβρο πάντα περνούσε το δικό της Γολγοθά… Μοναδική επικοινωνία τα γράμματα, ένα γράμμα ανά μήνα, πολλές φορές ανά δύο ή τρεις.

Όμως στάθηκα, πήγα παρακάτω, πέρασα από το «τίποτε» στο «κάτι» και προχώρησα στο «κάτι περισσότερο»… μα…

«Η πόρτα της παιδικής ηλικίας δεν έκλεισε ποτέ. Όλες εκείνες οι μέρες, οι νύχτες, οι ώρες, έχουν εντυπωθεί στο χάρτη της ψυχής και τις κουβαλάω μαζί μου. Αδυναμία και δύναμη ζωής όλα εκείνα… Και σαν θωρώ τους μικρούς μετανάστες του σήμερα… Ξέρω με μια γνώση που παγώνει «το σταυρό που κουβαλάνε… Καλό τους ταξίδι».

Καθόλου σχόλια